28-29/10/1944. Ο ΕΛΑΣ οδηγεί φάλαγγα 200 περίπου Ομήρων προς Σφαγήν στην Αρναία Χαλκιδικής. Καθ΄οδόν ασκείται φριχτή βία, Χωροφύλακες σφάζονται και κοπέλες βιάζονται πριν τη σφαγή τους.
Αυτά γίνονταν τότε, σήμερα το ΚΚΕ γιορτάζει στη Θεσσαλονίκη τη δήθεν Απελευθέρωση της πόλης από τον «ηρωικό» ΕΛΑΣ με την έγκριση ή ένοχη σιωπή Δημοτικών και κρατικών αρχών!
"....Ο ΗΜΕΡΟΔΕΙΚΤΗΣ έδειχνε οτι ήταν 29-η Οκτωβρίου τού 1944, οταν ή φάλαγγα 200 περίπου ομήρων τής Θεσσαλονίκης έπαιρνε τόν δρόμο γιά την Αρναία. Εκεί στό σταυροδρόμι πού χωρίζει ό δρόμος για τόν Χολομώντα και την Άρναία ήταν συγκεντρωμένοι οί κατά παραγγελίαν άγσνακτισμένοι όπαδοί τού ΕΑΜ. Χωρικοί άπό τά γύρω χωριά άλλά καί άπό τη νότιο άκόμη Χαλκιδική είχαν μεταφερθή μέ κάθε λογής μεταφορικό μέσο γιά νά δούν άπό κοντά τούς «έθνοπροδότες». Λίγα μέτρα μετά την στροφή, τό μπουλούκι τών όπαδών τού ΕΑΜ έπεσε μέ λύσσα πάνω στήν φάλαγγα.
ΟΙ Έλασίτες πού συνώδεσαν τούς όμηρους ολοκλήρωσαν τό κακό. Ύπό τό πρόσχημα οτι βοηθούσαν τούς κρατουμένους, χτυπούσαν οί 'Ελασίτες μέ τά κοντάκια τών οπλων τους τά θύματά τους. Ζήτημα ειναι έάν έστω καί ένας άπό τούς όμήρους ξέφυγε από τά χτυπήματα τών άφηνιασμένων όπαδών τής λαοκρατίας. Κυρίως τά νέα Ελληνόπουλα συνεκέντρωσαν τήν μήνιν τών λυσσασμένων θηρίων τού ΕΑΜ.
Οταν ή φάλαγγα προχώρησε καμμιά πεντακοσαριά μέτρα καί οι παλληκαράδες τού ΕΑΜ κόρεσαν την έγκληματική τους δίψα, τά πρόσωπα δλων των όμηρων ήταν κατατσακισμένα. Εκεί άκριβώς ό νομάρχης ό Θωμαΐδης καί ό Βασίλης Παπάζογλου ό σιδηροδρομικός άπηυθύνθησαν στον έπικεφαλής τής συνοδείας καί τού ειπαν οτι είναι άνανδρο να δέρνωνται οο ομηροι. Ό Ελασίτης, ένας Καυκάσιος που όπως μου είπαν κατοικούσε σέ κάποιο όρεινό χωριό τής Δράμας, καμώθηκε οτι συμμερίζεται την γνώμη των διαμαρτυρηθέντων. Ωστόσο όμως δικαιολόγησε τον όχλο πού, όπως είπε, υστέρα από τά όσα ύπέφερε άπό τους Γερμανούς καί τά όργανά τους, ήταν φυσικό πώς θά ξεσπσύσε καί σέ βιαιότητες.
Παρά τον κίνδυνο πού διέτρεχοιν οί δύο κορυφαίοι πατριώτες, τόνισαν στον Ελασίτη ύπεύθυνο οτι κανένας άπ τούς όμηρους δέν ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Ύπεγράμμισαν οτι ολοι ήταν "Ελληνες άγωνιστές πού στην διάρκεια τής Κατοχής ύπέστησαν τά πάνδεινα άπ τούς Γερμανούς καί τούς Βουλγάρους. Μπρος στήν παλληκαρήσια αυτή στάσι των όμηρων, ό άρχηγός των δημίων βουβάθηκε. Διέκοψε την συζήτηση μέ τούς συνομιλητάς του καί προχώρησε βιαστικά ανάμεσα στο δάσος τού Χολομώντα.
Τώρα τήν φάλαγγα την ώδηγούσε ένας καπετάν Αλκής. Μιά φυσιογνωμία έγκληματική πού άργότερα έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στήν σφαγή των Ελλήνων. Ό καινούργιος άρχοντας τής ζωής τών κρατουμένων άκανε μιά γρήγορη έπιθεώρησι στήν φάλαγγα. Οταν έφθασε στήν μέση τής φάλαγγος όπου ήταν δεμένοι έξη χωροφύλακες καί δύο άξιωματικοί του αυτού ηρωικού σώματος, άρχισε νά χτυπάη τά θύματά του μέ τον συρμάτινο βούρδουλα πού ήταν έφωδιασμένος. Τό παράδειγμά του τό άκολούθησοτν καί άλλοι δύο Έλασίτες. Ετσι τά θύματα τής κομμουνιστικής θηριωδίας στραπατσαρίσθηκαν κυριολεκτικώς άπό τά χτυπήματα τών δημίων τους. Ενας χωροφύλαξ, Κρητικός τήν καταγωγή, ό Μιχαήλ Πατηράκης, πού τό πρόσωπό του είχε κατακομματιασθή άπό τά χτυπήματα τών βασανιστών ικέτευσε τόν καπετάν Αλκή νά τόν σκοτώση.
— Σκοτώστε με, συναγωνιστά, γιά νά ήσυχάσω. Δέν άντέχω. Προτιμότερος είναι ό θάνατος παρά ή τυραννία.
Τό ξέσπασμα του πόνου τού τραυματίου χωροφύλακα άντι νά συγκινήση τούς δημίους τούς μετέβαλε σέ άνήμερα θηρία. 'Ως άπό συνθήματος άρχισαν νά χτυπούν χωρίς οίκτο όλους τούς όμηρους. Τό κοντάκι τού όπλου ένός Ελασίτη έσπασε πάνω στό κορμί μιας εικοσάχρονης Ελληνοπούλας πού ήταν δεμένη με μιά μεσόκοπη κρατουμένη.
— Βοήθεια, βοήθεια... ήταν οί σπαρακτικές κραυγές πού άντιχούσαν τώρα στον Χαλομώντα. Κανένας ομως δέν τις άκουγε. Τό πυκνό δάσος έπνιγε τήν φωνή τής άπογνώσεως καί τού πόνου. Αφού προχώρησαν γύρω στά δυό χιλιόμετρα, ό καπετάν Αλκής έδωκε τό πρόσταγμα νά ξεκουρασθή ή φάλαγγα. ΟΙ κρατούμενοι, έξαντλημένοι άπό την κόπωσι καί τά χτυπήματα, έπεσαν σάν μολύβι πάνω στήν ύγρή γή τού Χολομώντα. Περισσότερο έμοιαζαν νάναι πεθαμένοι παρά ζωντανοί. Ιδιαίτερα οί έξη γυναίκες καί τά νέα παιδιά μύριζαν πτωμαΐνη. Αλλά καί οί δήμιοι δέν έπεφταν παρακάτω. Καί τούτοι ένεφάνιζαν έκδήλα τά σημεία τής κοπώσεως
ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑί ΟΙ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΕΣ
ΖΗΤΗΜΑ είναι άν πέρασαν καμμιά είκοσαριά λεπτά της ώρας, όταν έφτασε καλπάζοντας σ’ ένα άσπρο άλογο ένας ένοπλος Ελασίτης. Τράβηξε λίγο παρά πέρα τόν καπετάν Αλκή, κάτι σιγοκουβέντιασαν και σχεδόν άμέσως ξεχώρισαν τους έξη χωροφύλακες καί τούς τοποθέτησαν στό τέλος τής φάλαγγος. «Κακό σημάδι», είπε στον συνοδό του ένας καλόγηρος που τόν είχαν παραλάβει οι «άπελευθερωταί» άπό το μοναστήρι τής Αγίας Αναστασίας. ΟΙ όμηροι άναρωτιόνταν ποιά τύχη περίμενε τούς έπιλεγέντας.
Ό αιμοσταγής καοπετάν Αλκής φάνηκε σάν νά κατάλαβε την άγωνία των κρατουμένων.
Τί ταράζεσθε; τους είπε. Αυτούς έδω τούς μπάτσους θά τούς στείλουμε στήν έλεύθερη Ελλάδα γιά νά δουν μέ ποιό τρόπο δουλεύουν οί άνδρες τής Πολιτοφυλακής. Έάν θέλη καί κανένας άλλος άπό σάς να τούς άκολουθήση, δικαίωμά του είναι. Λέγοντας τα τελευταία του λόγια ό άρχιδήμιος άφησε νά φανή ένα πλατύ χαμόγελο πού πρόδιδε την ειρωνική διάθεσί του. Κανένας άπ τήν φάλαγγα δεν μίλησε. Ολοι περίμεναν μέ άγωνία νά δουν ποιά τύχη θά είχαν οι χωροφύλακες. Ό καπετάν Αλκής πήρε καί πάλι τόν λόγο.
— ’Εδώ πού είσαστε δεν πρέπει νά ζήτε μέ άνησυχία. Ό λαϊκός στρατός δέν έκδικείται. Έάν δεν υπήρξατε έχθροί του λαού ή όργανα τού κατακτητή, δέν έχετε νά φοδηθήτε τίποτε. Αλλά κι αν άκόμα σάς βαρύνουν κατηγορίες, ή λαϊκή δικαιοσύνη άποδίδεται μέ έπιείκεια.
Αφού πέρασαν λίγα λεπτά τής ώρας, ό άρχιδήμιος έδωκε έντολή νά φύγουν οί έξη χωροφύλακες γιά τήν έλεύθερη Ελλάδα. Ισάριθμοι Έλασίτες καί με έπικεφαλής τόν κοπτετάν Αλκή συνώδευσαν τά θύματά τους γιά το μεγάλο ταξίδι. Ενας άπ' τούς χωροφύλακες, πού φαινόταν νά κατάγεται άπό τήν Χαλκιδική ή νά έχη υπηρετήσει στήν περιοχή της, άρνήθηκε νά προχωρήση.
— Πού μάς πάτε άπό δώ; Γιά ποιά έλεύθερη Ελλάδα μάς μιλάτε; ’Από δώ καί κάτω μονάχα φαράγγια ύπάρχουν.
Ό καπετάν Αλκής έσπευσε νά έπιβάλη τήν τάξι.
— Προχώρα, σκύλε, τού είπε, αν θέλης τήν ζωή σου. Κι’ εκείνα πού ήξερες υπηρετώντας στήν Χωροφυλακή νά τά παρατήσης.
Προς στιγμήν καί οί υπόλοιποι χωροφύλακες θέλησαν νά ένώσουν τήν διαμαρτυρία τους μέ τόν συνάδελφό τους πού είχε τό κουράγιο νά άντιτάξη άρνησι στον αίμοσταγή καπετάν Αλκή. Ξαναβάδισαν στό δημόσιο δρόμο, φανερώνοντας τήν διάθεσί τους νά μείνουν έκει μαζί μέ τήν υπόλοιπη φάλαγγα.
Ποιός είδε τόν θεό καί δέν τόν φοβήθηκε έκείνη τήν στιγμή. Ό άρχιδήμιος καί οί έξη Έλασΐτες πού συνώδευαν τούς χωροφύλακες μεταβλήθηκαν μονομιάς σέ θεριά. Χτυπούσαν άλύπητα, χτυπούσαν μέ λύσσα τόι θύματά τους. Ενας ένωμοτάρχης πού βρισκόταν στήν άρχή τής φάλαγγος δέν κρατήθηκε. Σηκώθηκε καί, σέρνοντας τόν συγκροτούμενο του μέ τόν όποιον ήταν μαζί δεμένος, κατηυθύνθη προς τό μέρος όπου οί δήμιοι βασάνιζαν τά θύματά τους.
— Εισθε άνανδροι, τούς ειπε. Είσθε δειλοί. Είσθε φονιάδες. Τούς όμήρους δέν τούς μεταχειρίζονται κατ’ αυτόν τόν τρόπο. Τούς σέβονται, γιατί είναι άνιπεράσπιστοι.
Οί δολοφόνοι άφήκαν τούς χωροφύλακες καί ώρμησαν πάνω στον ύτταξιωματικό πού έν γνώσει του προκαλούσε τόν θάνατο. Κοντά σ’ αυτόν ό όμηρος πού ήταν δεμένος μαζί του ύπέστη τού κόσμου τά μαρτύρια. Καί τούς δυό τούς χτυπούσαν όπως τό χταπόδι. Έλόγχιζαν τό κρανίο τού ενωμοτάρχου, ένω απ'ο τα μάτια τού συντρόφου του έτρεχε αίμα.
Ετσι πού ήσαν τούς πρόσταζαν να προχωρήσουν, αυτοι όμως έμειναν ασάλευτοι στην θέσι τους. Ενας άπ τούς Ελασίτες άνέλαβε νά φρονηματίση τούς άπειθάρχους. Εσυρε τό μαχαίρι του καί μπρος στά μάπια των διακοσίων περίπου όμηρων άρχισε να τρυπάη τό κορμί των δύο θυμάτων. Ό ένωμοτάρχης δεν έδειχνε σημεία ζωής, γι’ αυτό καί τά πλήγματα πού τού κατέφερε ό δήμιος τόν άφησαν άσυγκίνητο. Ό άλλος ομως κρατούμενος, άνοιγοκλείνοντας τά μάτια του, τινάχτηκε σαν αυτόματο, παρασύροντας τόν πεθαμένο σύντροφό του.
Ό κοπετόν Αλκής, πού βιαζόταν νά τελειώση ή όλη θανάσιμη διαδικασία, γονάτισε πάνω στούς δυό ομήρους καί τούς πυροβόλησε έξ έπαφής στον κρόταφο.
— Για νά μάθετε, τομάρια, τούς είπε, νά σηκώνετε κεφάλι στον ΕΛΑΣ.
Ο» περισσότεροι όμηροι είχαν κλείσει τά μάτια τους άπ’ την άνατριχιαστική έκτέλεσι των δύο συντρόφων τους. Μονάχα ό Ιερωμένος, υψώνοντας τό ελεύθερο χέρι του προς τόν Υψιστο, δεήθηκε προς Αυτόν ν’ άναπαύση τήν ψυχή των δύο άγνών Ελλήνων, πού έπεσαν γιά τήν πίστι τους προς τήν Πατρίδα. Ευτυχώς, κανενας άπό τούς δημίους δεν άντελήφθη τήν χειρονομία του ιερομονάχου. Ετσι γιά κείνη τήν στιγμή ξέφυγε ό δύστυχος άπό τήν έκτέλεσι.
Ό καπετάν Αλκής, κρατώντας άκόμη τό περίστροφο, έδωκε έντολή στους έξη χωροφύλακες ν' άκολουθήσουν τούς δημίους των. Ισως τά γεγονότα πού έμεσολάβησαν, ίσως καί ή έλπίδα πού ό κάθε μελλοθάνατος έχει ότι καί τήν τελευταία στιγμή μπορεί νά ξεφύγη ύπεχρέωσαν τούς έξη μελλοθανάτους νά υποταχθούν στήν έντολή των δημίων τους.
Πριν πάρουν, ομως, τόν δρόμο προς τό δάσος έστρεψαν τό κεφάλι τους προς τούς όμήρους, πού σέ κατάστασι άγώνίας παρακολουθούσαν τό δράμα τους. Ή άμίχλη πού σκέπαζε τόν Χολομώντα καί ή πυκνότης τού δάσους συνετέλεσαν ώστε σχεδόν άμέσως νά χαθούν τά ίχνη τής τραγικής συνοδείας. Οι όμηροι, μολονότι δεν μιλούσαν μεταξύ τους γιά τό δράμα των συνανθρώπων τους, έν τούτοις όλη ή σκέψι καί ή ψυχή τους ήταν δοσμένη σ’ αυτούς. Ξεχνώντας τήν δική τους κατάστασι, άγωνιούσαν τώρα γιά τό τί θά συνέβαινε στούς έξη χωροφύλακες. Ολοι ήταν βέβαιοι ότι τούς πήγαιναν γιά έκτέλεσι.
Είχαν περάσει λίγα λεπτά, όταν μιά φωνή γεμόττη πόνο καί άγωνία που ερχόταν άπό τήν κατεύθυνσι του δάσους ήρθε νά έπιβεβαιώση τις άνησυχίες των όμήρων. Τώρα ήταν όλοι βέβαιοι, ότι ό βασανισμός των έξη χωροφυλάκων γινότοιν κάπου έκει κοντά. Ή φωνή δμως τού πόνου δεν ξανακούσθηκε. Τί νά εΐχε συμβή άραγε; Μήπως ο! δήμιοι λυπήθηκαν τά θύματά τους; Μήπως πήραν καμμιά καινούργια έντολή καί φεισθούν τής ζωής τους; Μέ αυτές τις σκέψεις καί μέ αυτά τά έρωτηματικά ζούσαν οι κρατούμενοι, ώς τή στιγμή πού πρόβαλαν μπροστά τους Οί Έλασίτες πού πριν λίγη ώρα συνώδευαν τούς έξη χωροφύλακες. Όλοι τους ήταν άναμαλλιασμένοι. Στού καπετάν Αλκή καί σ’ ένός κοντόχοντρου Ελασίτη τά ρούχα υπήρχαν αίματα. Ένός άλλου Ελασίτη τά χέρια ήταν γεμάτα αίμα.
Δεν χρειαζόταν κανένα άλλο σημάδι γιά νά καταλάβουν οί όμηροι ποιά τύχη βρήκε τούς έξη χωροφύλακες. 0ι έκτελεσταί, άφου κάθησαν γιά νά ξεκουρασθούν λίγο, έδωκαν τό σήμα τού ξεκινήματος. Όπως μού είπαν, όταν πήγα στήν Άρναία, κάποιος όμηρος "καλοντυμένος", πού εικάζουν οτι ήταν ό Βάγγος Γκλαβανής, άδελφος τού σημερινού υπουργού Εμπορίου, ρώτησε τόν κοπετόν Αλκή τί έγιναν οι χωροφύλακες.
Την παράτολμη αυτή έοώτησι την πλήρωσε πανάκριβα ό υπέροχος αυτός "Ελλην.
Ό καπετάν Αλκής, άντί για όποιαδήποτε άπάντησι, άφησε τόν βούρδουλά του νά μιλήση. 0ι ιδιοι άφηγηται στήριζαν τό συλλογισμό τους, ότι ό όμηρος αύτός ήταν ό Βάγγος Γκλαβάνης, από το γεγονός οτι ένας 'Ελασίτης βιαίως στρατολογηθείς έλεγε άργότερα στην Άρναία οτι ό πλούσιος Βολιώτης έδειξε παλληκαριά πού τρόμαξε κι αύτόν τόν καπετάν Αλκή.
Ή φάλαγγα κατηφόρισε πρός την Άρναία. Γιά λίγες ώρες δεν μεσολάβησε κανένα έπεισόδιο. Προφανώς ό Αλκης και οι δήμιοί του είχαν άρκεσθη για κεινη την ήμερα στο αίμα των όκτώ πού έξετελέσθησαν πριν άπό λίγο.
[...]
Ήταν άργά τό απόγευμα, οτσν σέ μιά στροφή τού δρόμου πρόβαλε ένας κατοικημένος χώρος. Ενας-δυό άπ’ τούς όμηρους που ήξεραν την Χαλκιδική είπαν στους συντρόφους τους, οτι σέ λίγα μέτρα θα έφθανε ή φάλαγγα στην Άρναία. Τό γεγονός, οτι οί όμηροι θά βρίσκονταν σέ λίγο ύπό στέγην καί άνάμεσα σέ άνθρώπους, τους έκανε ν’ άποκτήσουν τό κουράγιο τους καί πρός στιγμήν να πιστέψουν, οτι άπό δω καί πέρα δέν διέτρεχε ή ζωή τους κανένα κίνδυνο. Αν και ήταν άποκαμωμένοι άπό τήν κούρασι, παρακολουθούσαν τον γρήγορο ρυθμό της πορείας χωρίς να δυσανασχετούν.
Πρίν, όμως, φθάσουν στήν Άρναία, έπέπρωτο νά ύποστούν μια καινούργια δοκιμασία. Ενας άπό τούς κρατουμένους, πού ή ήλικία του έκυμαίνετο γύρω στα είκοσι χρόνια καί πού, όπως έλεγαν οί Έλασιτες, είχε τραυματισθή πριν λίγες μέρες σέ μια συμπλοκή μεταξύ κομμουνιστών καί ταγμάτων τού Βήχου, έπεσε ξερός στα καλά καθούμενα. Τό γεγονός αυτό άνετάραξε προς στιγμήν τήν ήρεμία πού είχε έπικρατήσει έδώ καί λίγη ώρα. ΟΙ Έλασίτες πήγαν κοντά του καί χαστουκίζοντάς τον θέλησαν νά τον συνεφέρουν. Ετούτος, όμως, έδειχνε νά μήν άντιλαμβάνεται τό τί γινόταν γύρω του.
Τά μάτια του όρθάνοιχτα ήταν στραμμένα προς τήν κατεύθυναι τού χωριού. Ο καπετάν Αλκής έδωσε έντολή νά λυθούν τά δεσμά άπό δυο κρατουμένους καί τους πρόσταξε νά μεταφέρουν στά χέρια τους τον συνάνθρωπό τους. Ταυτόχρονα είπε σ’ έναν Ελασίτη νά προχωρήση γιά ν’ άναγγείλη στήν όργάνωσι τής Άρναίας τήν έπικειμένη άφιξι των «έθνοπροδοτών».
Ολα έγιναν δπως πρόσταξε ό άφέντης. Ό διαγγελεύς έσπευσε τρέχοντας άπό τό μονοπάτι γιά νά φθάση γρηγορότερα στην Άρναία, ή δε φάλαγγα μέ προπομπό τον αναίσθητο νέο, πού δίκην νεκρού τόν μετέφεραν οί δύο όμηροι, προχωρούσε κανονικά γιά τόν προορισμό της.
Τήν ώρα πού οί όμηροι έμπαιναν στήν Άρναία, ή νύχτα είχε καλύψει μέ τό σκοτάδι της την όμορφη πόλι τής Χαλκιδικής. Λίγοι νεαροί, πού έφεραν τά σήματα τού ΕΛΑΣ καί τού Κ.Κ.Ε. παρετάχθησαν στήν είσοδο τού χωριού γιά νά υπογραμμίσουν τήν παρουσία τους. Μέ τις αγριοφωνάρες τους, πού έπαναλάμβαναν ρυθμικά τό σύνθημα: «Θάνατος - θάνατος», ύπεδέχθησαν τούς συνανθρώπους τους καί τούς έδωκαν νά καταλάβουν, ότι κι’ έδώ δέν θά ευρισκαν τήν ησυχία πού πρόσμεναν.
Ανάμεσα στούς νεαρούς Έπονιτες που αποτελούσαν τό μπουλούκι τών έξάλλων ήταν καί πέντε - έξη κοπέλλες, πού η μιά άπ’ αυτές οπλοφορούσε. Αύτή, γιά νά δείξη ότι δέν ήταν τυχαία, άλλά ότι κατείχε κάποιο σπουδαίο πόστο στο κόμμα, άπηυθύνθη στόν καπετάν Αλκή καί σέ τόνο πού έδειχνε κυνισμό καί άπανθρωπιά τού είπε τά έξής:
— Τί τούς κρατάτε, συναγωνιστή, καί δέν τούς σφάζετε; Ό λαός θέλει έκδίκησι. Άδικα δέν πρέπει νά πάνε οί θυσίες τών αγωνιστών τού κόμματός μας.
Οί όμηροι δέν είχαν αίφνιδιασθή άττλώς, άλλά περισσότερο άπό κάθε άλλη φορά κατελήφθησαν άπό τρόμο. Όταν άκούη κανείς τά λόγια αύτά τής κακίας καί τού μίσους άπό τά χείλη μιάς γυναίκας, πού υποτίθεται ότι ή καρδιά της είναι μαλακώτερη καί στήν ψυχή της μονάχα καλωσυνη έπρεπε νά φωλιάζη, τί θά πρέπει νά περιμένη άπό τούς άνδρες πού ήταν έντεταγμένοι στόν ΕΛΑΣ καί στό περίφημο κόμμα, γιά λογαριασμό τού όποιου μιλούσε ή 'Ελασίτισσα; Καί πράγματι δέν είχαν άδικο.
Οί νεαροί κομμουνισταί, γιά νά δείξουν τήν πσλληκαριά τους ρίχτηκαν μέ λύσσα πάνω στούς όμηρους. Τόν άρρωστο νέο, πού οι συγκρατούμενοι του τόν μετέφεραν στα χέρια τους, τόν άρπαξαν σαν άγρίμια καί άρχισαν να τόν κτυπούν.
Τό κακό αυτό κράτησε για πολύ λίγα λεπτά. Οί Έλασιτες, άφού άφησαν τά παιδιά τής ΕΠΟΝ να κανουν τό κέφι τους χτυπώντας τούς δεσμώτες, έπενέβησαν, άποκατέστησαν τήν τάξι καί ώδήγησαν την φάλαγγα σ' ένα μεγάλο σπίτι πού χρόνια πολλά χρησιμοποιείτο γιά Δημοτικό Σχολείο.
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΑΙΜΑΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ του κτιρίου ήταν άραδιασμενοι τέσσερις υπεύθυνοι του ΕΛΑΣ. Ό ένας, ό καπετάν Στράτος, ήταν ό στρατοπεδάρχης, ό Διομαντούδης ήτταν ό ύπεύθυνος τής «λαϊκής δικαιοσύνης» — άσχέτως άν σήμερα είναι έλεύθερος- ό καπετάν Κώστας ό Ζουμπος απτό τήν Ποτίδαια ήταν άρχηγός τής Πολιτοφυλακής, καί ό Μάρκος — έτσι λεγόταν ένας Ίσραηλίτης καταγάλανος, πού είχε μεγάλη θέσι στο κομμουνιστικό κόμμα — ήταν άπό τούς πρώτους υπευθύνους τού ΚΚΕ. Μετρούσαν τούς κρατουμένους κατά τόν ίδιο τρόπο που οί ζωέμποροι μετρούν τά πρόβατα οταν τά όδηγούν στο σφαγείο.
Κάτι παρακατιανοί Έλασίτες, αμούστακα παιδιά ολα, άνέλαβαν νά όδηγήσουν τούς όμηρους στις διάφορες αίθουσες. Σέ τρία άπό τά δωμάτια, υπήρχαν καί άλλοι κρατούμενοι. Όλοι τους είχαν τά κακά τους χάλια. Φορούσαν ρούχα πού τό χρώμα τους δυσκολευόσουν νά τό προσδιορίσης. Ήταν άξύριστοι καί ή βρωμιά πού άνέδιναν τά δωμάτια όπου έμεναν προκαλούσε άσφυξία στους καινουργιοφερμένους. Τά μάτια τους ήταν βαθουλωμένα άπό τις στερήσεις καί τις κακουχίες. Οί όμηροι τής Θεσσαλονίκης κατελήφθησαν άπό δέος άντικρύζοντας τούς συνανθρώπους τους.
Αφού οί Ελασίτες τούς τοποθέτησαν στα «διαμερίσμσττά» τους, έφυγαν γιά νά πάνε στο δικό τους στρατωνισμό. Τότε οί παλιοί ένοικοι τού σχολείου άρχισαν νά μιλάνε γιά τό δράμα τους. Όλοι τους ήταν νοικοκυραίοι άπό διάφορες περιοχές τής χώρας. Ακόμη κι άπό τήν Αθήνα είχαν μεταχθή κρατούμενοι. Γιά τό κατάντημά τους πληροφόρησαν τούς καινούργιους συντρόφους τους, ότι αύτό ήταν έργο τών άπελευθερωτών. Τά ρούχα τους καί ολα τά υπάρχοντά τους τά άφήρεσαν οί Έλασίτες. «Καί σέ σάς — είπαν — θά συμβή τό ίδιο. Σέ λίγο θά έρθη ή ΕΤΑ γιά νά σάς ξαλαφρώση άπό τό περιττό βάρος. Τά ρούχα — ράκη σωστά — πού φορούσαν, τούς τά έδωσαν οί «φιλάνθρωποι» τού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Όσο ή ώρα περνούσε τόσο οί άφηγήσεις τών παλαιών κρατουμένων γίνονταν περισσότερον άνησυχητικές. «Κάθε βράδυ — είπαν — καί άφού περάσουν τά μεσάνυχτα έρχεται ή «Αλεπού» καί παίρνει τό μερτικό της άπό τούς κρατουμένους. (Αλεπού λέγαν τόν αιμοδιψή καπετάν Κώστα, πού ή κατοτγωγή του ήταν Καβαλιώτης). Κάτω απο δέκα κρατουμένους δεν καταδέχεται γιά τό καθημερινό του κολατσιό». ’Από τούς ίδιους έμαθαν άτι τό κάθαρμα αυτό έσφαζε μόνος του τά θύματά του.
Οί κάτοικοι τής Άρναίας μέ τούς όποιους μίλησα κατά τά έρευνητικά ταξίδια πού έκαμα, μου είπαν άπίστευτα καί φρικτά πράγματα γιά τόν έγκληματία αυτόν. Ήταν αδίστακτος καί δέν έκρυβε τήν ίκανοποίησι πού αισθανόταν ύστερα άπό κάθε έκτέλεσι. Πριν όμως πάη γιά νά σφάξη τά θύματά του άκόνιζε τά μαχαίρια του έπιδεκτικά.
Αλλά καί σάν γύριζε άπό τό μακάβριο έργο του αισθανόταν χαρά νά πλυθή άπό τά αίματα στήν βρύση πού είναι στην κεντρική πλατεία της Άρναίας. Όσο περισσοτέρους έσφαζε, τόσο μεγαλύτερη ήδονή ένιωθε. Αλλά καί δταν δέν είχε δουλειά, τού άρεσε νά διηγήται τούς άθλους του. Καμαρώνοντας Ελεγε σπι ήταν σπεσιαλίστας στο είδος του. "Ηξερε — όπως καυχιόταν — να σκότώνη τά θύμάτά του ,μέ τέχνη, πού κανένας όμοιος δεν κατείχε.
Άλλα τό κοινωνικό αυτό κατακάθι ιστορούσε ατούς κατοίκους της Άρναίας και λεπτομέρειες πού συνέβησαν κατά την διάρκεια.της έγκληματικής του θητείας στον περίφημο «δημοκρατικό στρατό». Άπό τίς αφηγήσεις τού ίδιου μού έδωκαν οί Έλληνες τής Άρναίας άνατριχιαστικά στοιχεία για τό δράμα
διαφόρων άδελφών μας.
Με την ένημέρωσι πού οί παλιοί κρατούμενοι έκαμαν στούς καινούργιους δεσμώτες πέρασαν άρκετές ώρες. Κάποια στιγμή ένας φουκαράς όμηρος, ένας εργάτης άττό την Θεσσαλονίκη, -ό Παναγιώτης Λαμπίδας, ρώτησε τούς συνομιλητάς του τί γινότανε για φαγητό. Οί παλαιοί κρατούμενοι χαμογέλασαν ειρωνικά άκούγοντας τά λόγια τού συνομιλητού των.
— Μάς κάνουν δίαιτα γιά ν’ άδυνατίσωμε, ειπε ένας ύπερήλιξ κρατούμενος. Ή λέξις ψωμί είναι γιά μάς άγνωστη. Τήν πείνα μας την ξεγελούμε μέ ό,τι υπολείμματα μείνουν στίς καραβάνες ώρισμένων Έλασιτών, πού με κίνδυνο τής ζωής τους μάς τίς φέρνουν κρυφά.
«Τίς πρώτες μέρες πού μάς έφεραν έδώ — διηγήθηκαν — τά χρήματα πού κρύψαμε άπό τούς ληστές της ΕΤΑ τά δώσαμε στούς φύλακες μας καί κάθε τόσο μάς έφερναν ψωμί καί τρόφιμα. Αυτό κράτησε γιά λίγο, γιατί οί δήμιοι, όταν άντελήφθησαν τό τί γινόταν, ξέσπασαν έναντίον των Έλασιτών. Οί φήμες έφεραν ότι έξετέλεσαν καί δύο παιδιά πού τόλμησαν νά πούν ότι ή χειρονομία τους αποτελούσε άνθρωπιστικό καθήκον».
Ανέφεραν κι άλλες λεπτομέρειες, ή μία πιό φρικτή, πιό άπαίσια άπό την άλλη. Ο,τι κι άν ακουγαν κατέληγε στο ίδιο τέλος. Στήν έκττέλεσι των κρατουμένων άπό τήν ίδια συμμορία.
Ήταν μόλις μεσάνυκτα, οταν τό στρατόπεδο άναστατώθηκε άπό τό ποδοβολητό τών Ελασιτών. Πρέπει οί έπιδρομεις νά ήταν πολλοί, γιατί ό θόρυβος πού προκάλεσε ό έρχομός τους ήταν έντονος.
Ορισμένοι άπ’ αυτούς μπήκαν στό σχολείο - φυλακή. ΟΙ περισσότεροι όμως έμειναν έξω. Ολοι τους ήταν πάνοπλοι. Μαζί μ’ έκείνους πού είσήλασαν στό σχολείο ήταν καί τέσσερις συναγωνίστριες. Καί αυτές έφεραν όπλα καί τήν μέση τους τήν είχαν ζωσμένη μέ φυσεκλίκια. Άπό κάθε θάλαμο ξεχώρισαν τούς καινουργιοφερμένους καί τούς άποψίλωσαν άπό κάθε περιττό βάρος. Χρήματα, ρολόγια, δαχτυλίδια καί κάθε πράγμα πού είχε αξια άφηρέθη άπό τούς δεσμώτες. Υστερα πήραν τά παλτά καί τίς καμπαρντίνες πού έφεραν μαζί τους. Ό Ζούμπος, περισσότερο κυνικός άπό τούς άλλους, έσπευσε νά έξηγήση στα θύματά του, ότι έκεί πού θά πήγαιναν σέ λίγο δεν είχαν άνάγκη ούτε άπό παλτά ούτε καί άπό χρήματα.
Η λεηλασία τών κρατουμένων δεν κράτησε περισσότερο άπό μιά ώρα. Όλα έγίναν βάσει καθωρισμένου σχεδίου καί έτσι καμιά άπολυτως άνωμαλία δεν παρουσιάσθηκε. Κάποιοι άπό τούς όμηρους, πού θέλησαν νά διαμαρτυρηθουν γιά την ληστεία πού ύφίσταντο, πλήρωσαν πανάκριβα τήν άτίθαση στάσι τους. Έν ριπή όφθαλμού τούς άπήγαγον οί λεηλάτες γιά νά τούς σωφρονίσουν. Αφού τελείωσε ή ληστεία, οί έπικεφαλής τών έπιδρομέων,έφυγαν καί έμεινε στό στρατόπεδο μόνον ή όμάς τών έκτελεστών. Αυτοί περιώδευσαν τούς θαλάμους, σάν νά ήθελαν νά έκτιμήσουν τό έμπόρευμα πού είχαν στα χέρια τους.
Οταν οί δήμιοι έφυγαν, πήραν μαζί τους τίς έξη κοπέλες πού μετείχαν τής φάλαγγος των καινούργιων όμηρων. Έκλαψαν, φώναξαν, τσίριξαν οί δυστυχισμένες, άλλα τίποτε δέν στάθηκε Ικανό νά συγκινηση τούς άτταγωγείς των. Οι περισσότεροι των όμηρων είχαν πιστέψει ότι οί Έλληνοπούλες θα ώδηγούντο
για έκτέλεσι. Αύτή την γνώμη όμως δέν την είχαν καί οί παλαιοί κρατούμενοι. Τις κοπέλες πού φέρνουν στό στρατόπεδο δέν τις σκοτώνουν άμέσως. Τις γλεντούν σάν γυναίκες, κι αφού τις χορτάσουν, τότε μονάχα τις ξεφορτώνονται, στέλνοντάς τες στον άλλο κόσμο.
Είναι πράγματι φριχτό καί άπαίσιο ν’ άκούς δτι οί δήμιοι ικανοποιούσαν τις σαρκικές τους έπιθυμίες στα θύματα πού σέ λίγο θά έσφαζαν. Καί ομως αύτό γινόταν κάθε τόσο. Έγινε καί τό βράδυ τής 29ης προς την 30ήν Όκτωβρίου.
Δυο άπό τις κοπέλλες, πού γύρισαν άργά την άλλη μέρα άπο τό όργιο τής ντροπής, δεν άπέκρυψαν άπό τούς κρατουμένους τόν έξευτελισμό πού ύπέστησαν άπό τούς βαρβάρους. Σωστά κτήνη, ήσέλγησαν στις έξη Έλληνοπούλες πάνω άπό σαράντα Έλοσίτες. «Καλύτερα νά μάς σκοτώνανε — είπε ή πιό μικρή άπό τις άτιμασθείσες κοπέλες — παρά ό έξευτελισμός πού ύπέστημεν». Καί σπως έλεγε ή ίδια, οί τέσσερις άπό αυτές ήταν παρθένες. Ηταν κορίτσια τού λαού πού τά έδερνε ή φτώχεια. Δέν είχαν πειράξει κανένα καί ολες τους άναρωτιόνταν γιατί τίς συνέλαβαν.
Οι παλαιοί κρατούμενοι άκούγοντας τά όσα συνέβησαν τήν νύχτα είπαν στούς συνομιλητάς τους, οτι τό κακό πού γνώρισαν οί Έλληνοπούλες ειχε και τήν καλή του πλευρά. Χάρις σ’ αύτό δέν σημειώθηκε ή έμφάνισις τής Αλεπούς. Χάρις στό δράμα των έξη Έλληνίδων κάποιοι άπό τούς κρατουμένους δέν συναντήθηκαν τήν νύχτα μέ τόν θάνατο.
ΟΛΟΚΛΗΡΟΥΤΑΙ Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ
Οι ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ πού ήλθαν άπό τήν Θεσσαλονίκη άρχισαν νά συνηθίζουν στήν καινούργια τους διαμονή. Τώρα καί τά γένεια των καινούργιων ομήρων είχαν μεγαλώσει καί μονάχα τά κάπως περιποιημένα ρούχα πού φορούσαν συντελούσαν στό νά ξεχωρίζουν οί παλιοί άπό τούς καινούργιους όμήρους. Έξω άπό τό σχολείο έφθασαν καμμιά δεκαριά κάρρα γεμάτα μέ ίματσμό. Οι Ελασίτες μετέφεραν τό ύλικό μέσα στό σχολείο καί ό στρατοπεδάρχης έπελήφθη τού έργου του. Εχοντας ύποψη του τόν άριθμό των όμήρων πού έμεναν σέ κάθε θάλαμο, άφησε ισάριθμα κοστούμια - ράκη μέ τήν έντολή νά άνταλλαγούν μέ τά κοστούμια πού έφεραν οί καινουργιοφερμένοι όμηροι καί τά όποία ύπεχρεούντο νά παραδώσουν άμέσως σπούς υπευθύνους τής ΕΤΑ.
Πλέρια λοιπόν ή δημοκρατία καί ώλοκληρωμένη μέχρι τέλους ή ήθική γιά τήν οπόία λένε οτι άγωνίζονται οί κομμουνιστές καί οί συνεργάτες τους. Αύτή ή ενέργεια τής ΕΤΑ — είπαν οί περισσότερο μορφωμένοι άπό τους όμήρους — είχε και την καλή της πλευρά: Δέν ξεχώριζες τούς παλιούς άπό τούς καινούργιους όμηρους. Όλοι ήταν τώρα κουρελήδες. Τό ιδεώδες λοιπόν της ισότητος εμφανιζόταν καί στην πράξι". (Θα ακολουθήσει το Β΄Μέρος με τη μεγάλη σφαγή)
Πηγή: «Η Μακεδονία στις Φλόγες Οκτώβριος 1944 – Φεβρουάριος 1945 – Αρδέα: Η Ματωμένη Πορεία του 1945 – Θεσσαλονίκη: Η Αναίμακτος Απελευθέρωσις – Χαλκιδική: Το Χρονικό της Μεγάλης Σφαγής», ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Θ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου