Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

 Ioannis Bougas


Νέοι της ΚΝΕ το 2026 και η Ελπίδα το 1948! Βιαίως στρατολογημένη στον Γράμμο, κατέληξε μισή στην Τασκένδη!
Η Βίαιη Στρατολογία αγοριών και κοριτσιών, μαζί με το Παιδομάζωμα, είναι τεράστια εγκλήματα των κομμουνιστών ενατίον των κατοίκων της Ελληνικής υπαίθρου! Αυτά όμως είναι ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΑ, άγνωστα στους Κνίτες που ανεβαίνουν στο Βίτσι και στο Γράμμο με κόκκινες σημαίες!
Η Ελπίδα.
«Το φθινόπωρο του 1948 μετά τον ελιγμό της Μουργκάνας, το τμήμα μας έπαιρνε μέρος σε μία επιχείρηση. Ήμασταν εμπροσθοφυλακή. Κάποια στιγμή συναντήσαμε στο δρόμο μας μία μικρή κοπέλα με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο σιτάρι. Πήγαινε στο μύλο να το αλέσει. Τη σταματήσαμε για να πάρουμε πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στο χωριό της, στο διπλανό χωριό στο Μεσόλογγο και γενικά αν υπήρχαν εκεί δυνάμεις του αντιπάλου. Η κοπέλα ταραγμένη μας είπε ό,τι γνώριζε. Την κρατήσαμε όμως μαζί μας μέχρι το τέλος της επιχείρησης.

Ύστερα από λίγες μέρες βρέθηκα στη διοίκηση του τάγματος. Εκεί, ανάμεσα σε πολλούς επιστρατευμένους είδα και τη μικρή Ελπίδα, έτσι μας είχε πει ότι την έλεγαν. Ρωτώ τον διοικητή του τάγματος: «Τί γυρεύει εδώ αυτή η μικρούλα;» Εκείνος μου απαντά: «Μην ξεχνάς ότι υπάρχει άμιλλα ανάμεσα στα τμήματα, ποιός θα επιστρατεύσει περισσότερους. Η κοπέλα δεν είναι βέβαια για όπλο. Θα μείνει όμως για βοηθητικές δουλειές.» Του αντιτείνω ότι εμείς την είχαμε σταματήσει μόνο για να πάρουμε πληροφορίες κι όχι για να την επιστρατεύσουμε. «Η άμιλλα η άμιλλλα!!» ήταν η απάντησή του και χαμογέλασε. Η κοπέλα όμως πέρασε από έμπεδα, πήρε όπλο και εντάχθηκε σε μάχιμο τμημα .
Μία μέρα, καθώς περιμέναμε επίθεση συναντώ τη μικρή Ελπίδα. Μόλις με είδε, ήρθε κοντα μου, με χαιρέτισε, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες. Μου είπε ότι πρώτη φορά έπαιρνε μέρος σε μάχη. Έτρεμε κυριολεκτικά. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα απελπισίας. Ίσως και καταδίκης. Δεν θα ξεχασω ποτέ εκείνο το βλέμμα. Σα να ήθελε να μου πει ότι εγώ θα είμαι υπεύθυνος για ό,τι της συμβεί. Με τα μάτια της με ρωτούσε: «Γιατί με πήρατε από την αγκαλιά της μάνας μου; Τι θα γίνω τώρα; Θα ζήσω ή θα σκοτωθώ; Και αν σακατευτώ; Τώρα έχεις χρέος να με προστατέψεις, να με σώσεις.»
Και αλήθεια, πολλές ήταν οι στιγμές -όπως κι αυτή- που σαν πυρωμένα καρφιά έπεφταν στην καρδιά σου τα βλέμματα των μικρών κοριτσιών, των αμούστακων αγοριών, που έρχονταν από τα έμπεδα, νεοεπιστρατευμένοι για να ριχτούν για πρώτη φορά στη φωτιά της μάχης. Δεν είναι εύκολο να ξεχάσεις αυτά τα μάτια που σε κοιτούσαν ερωτηματικά «τί θα γίνει;» Αυτά που φοβισμένα σε ικέτευαν για να τα προστατέψεις.
Οι παλαιότεροι, οι εμπειροπόλεμοι, οι μπαρουτοκαπνισμένοι στα πεδία των μαχών, ανησυχούσαν, ένιωθαν πολλές φορές ένοχοι γι’ αυτά τα παιδιά. Και σήμερα το βλέμμα της μικρής Ελπίδας μου σκίζει την καρδιά. Και η σκέψη μου αγκάλιασε το δράμα όλων εκείνων των επιστρατευμένων παιδιών που αναγκάζονταν να πολεμούν πλάι σου. Ορισμένα απ’ αυτά μάλιστα χωρίς να πιστεύουν στα ιδανικά που εσύ πίστευες και για τα οποία έδινες και τη ζωή σου. Εκείνη όμως τη στιγμή σκέφτηκα πιο έντονα την ευθύνη μου γι’ αυτή την κοπέλα που εξαιτίας μου επιστρατεύτηκε και τώρα κινδύνευε να χάσει τη ζωή της. Και δυστυχώς για την αναμενόμενη μάχη υπάρχουν πληροφορίες ότι θα είναι δύσκολη γιατί έχουν κινητοποιηθεί μεγάλες δυνάμεις του αντιπάλου από πολλές κατευθύνσεις.
Την Ελπίδα τη συνάντησα ύστερα από χρόνια στην Τασκένδη. Ήταν κι εκείνη πολιτικός πρόσφυγας. Το διάβα του χρόνου την είχε αλλάξει. Η ντροπαλή χωριατοπούλα που στο βουνό δεν τολμούσε να μου πει, αλλά με το βλέμμα της μόνο μου έδινε να καταλάβω τις σκέψεις της, τους φόβους και τις ανησυχίες της, τώρα μόλις με συνάντησε μου λέει ανοιχτά και με παράπονο: «Βλέπεις; Δεν σκοτώθηκα. Τραυματίστηκα όμως και έμεινα ανάπηρη. Καλύτερα να σκοτωνόμουν, τέτοια ζωή τι τη θέλω;» Το αριστέρό της χέρι είχε σοβαρό τραύμα γιατί φαίνοντον πιo αδύνατο από το άλλο και το χρησιμοποιούσε δυσκολότερα.
Όπως μου είπε τραυματίστηκε σε αυτή την πρώτη της μάχη. Κι αλήθεια η μάχη αυτή ήταν σκληρή. Παρόλα αυτά όμως δεν είχαμε πολλές ζημιές. Δυστυχώς η έλλειψη μαχητών μας ανάγκαζε να δίνουμε στους νεοεπιστρατευμένους μία πολύ πρόχειρη εκπαίδευση στα έμπεδα και να τους στέλνουμε στα μάχιμα τμήματα, έτσι που πoλλές φορές η απειρία τους, τους εξέθετε σε μεγαλύτερους κινδύνους.
Οι συνθήκες ζωής στην Τασκένδη, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια ήταν αρκετά δύσκολες. Η Ελπίδα θυμόταν τη μάνα της, τους δικούς της, το γαϊδουράκι της, το χωριό της. Είχε παντρευτεί και είχε και δύο παιδιά. Αλλά, όπως μου είπε, ποτέ δε με είχε συγχωρέσει, μολονότι αργότερα είχε μάθει ότι εγώ δεν ήμουν άμεσα υπεύθυνος και ούτε ήθελα την επιστράτευσή της πoυ την πήραμε από το χωριό της, από τους δικούς της και τη φέραμε εδώ μακριά στην Κεντρική Ασία.
Ένα από τα δράματα -που δημιούργησε ο εμφύλιος ήταν και αυτός. Πόσα παλικάρια και πεντάμορφες κοπέλες χάθηκαν πάνω στον ανθό της ζωής τους χωρίς να προλάβουν να απολαύσουν τις χαρές της, την αγάπη, τον έρωτα…»
Πηγή: «Η σκιά του χθες», Στέλιος Γιατρουδάκης, 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια: