ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΛΗ
Στον «παράδεισο» του Μπούλκες
Αρθρογραφία
Σάκης Μουμτζής
16.08.2026
Για το Μπούλκες, όπως ήταν λογικό, έγραψαν και μίλησαν όσοι κομμουνιστές πέρασαν από εκεί. Η πιο λεπτομερής καταγραφή γεγονότων και κρίσεων γίνεται στο βιβλίο του Αλέκου Κουτσούκαλη «Το χρονικό μιας τραγωδίας 1945-1949».
Σε αυτό εξιστορούνται τα όσα υπέστησαν κομμουνιστές από κομμουνιστές. Διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης το καθεστώς τρόμου που θα επικρατούσε στην Ελλάδα, αν τον Δεκέμβριο του 1944 έπεφτε η Αθήνα. Επ΄αυτού δε χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Να σημειωθεί πως ελάχιστοι από όσους πέρασαν από εκεί μίλησαν στη συνέχεια όταν επαναπατρίστηκαν. Άλλοι γιατί είχαν θάψει βαθιά μέσα τους τα όσα είδαν, άλλοι διότι δεν ήθελαν να κάνουν ζημία στο Κόμμα και άλλοι απλώς από ενοχές και ντροπή.
Το Μπούλκες, ένα γερμανικό χωριό στη Βοϊβοντίνα, δόθηκε από τον Τίτο στους Έλληνες κομμουνιστές οι οποίοι εγκατέλειπαν την Ελλάδα από τις αρχές του 1945 επειδή είχαν εκτεθεί με τα όσα διέπραξαν την περίοδο 1943—1944. Η πρώτη φουρνιά πήγε μέσω Αλβανίας στο χωριό του Μπούλκες με ονομαστικές καταστάσεις. Το πρώτο μέλημα της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν, η γεύση της ήττας για τα Δεκεμβριανά να μη μετατραπεί σε αμφισβήτηση του κύρους της και της ορθότητας της πολιτικής της. Δεν είναι τυχαίο πως οι δύο πρώτοι γραμματείς του Μπούλκες ήταν διακεκριμένα στελέχη της ΟΠΛΑ, με σημαντική δράση στα Δεκεμβριανά. Ο Βασίλης Παναγόπουλος, ο ανακριτής του Περιστερίου και ο Μιχάλης Πεχτασίδης, στενός συγγενής της συζύγου του Γιάννη Ιωαννίδη, της Δόμνας.
Το πρώτο τους καθήκον ήταν να δημιουργήσουν τις λεγόμενες Υπηρεσίες Τάξης Ομάδας (ΥΤΟ) που ήταν υπεύθυνες να παρακολουθούν και να «φρονηματίζουν» όσους είχαν δώσει δείγματα αντικομματικής συμπεριφοράς. Οι άγριοι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια ήταν οι μέθοδοι για την απόσπαση της «ομολογίας». Σε αυτήν την περίπτωση ακολουθούσε η δημόσια διαπόμπευση ενώπιον όλου του χωριού με πιθανή κατάληξη την προώθηση των αντικομματικών στοιχείων στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, για να πέσουν στα χέρια των ελληνικών διωκτικών Αρχών. Αν ήταν τυχεροί, θα έπεφταν στα χέρια του Στρατού ή της Χωροφυλακής. Αν όμως έπεφταν στα χέρια των ένοπλων αντικομμουνιστών, τους περίμενε ο θάνατος. Κάποια από αυτά τα θύματα ήταν ιστορικά στελέχη του ΚΚΕ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα η χαφιεδολογία κυριαρχούσε μέσα στο Μπούλκες. Οι μεν κατέδιδαν τους δε, λύνονταν έτσι λογαριασμοί από τα παλιά, ενώ η σκιά του πράκτορα της Ιντέλιντζες Σέρβις πλανιόταν πάνω από προβεβλημένα στελέχη. Συνήθως όσοι κατηγορούνταν για τις λεγόμενες «υπερβασίες», δηλαδή για τις δολοφονίες αμάχων κατά την περίοδο 1943—1944, θεωρούνταν πως ήταν πράκτορες των Βρετανών. Η συντριπτική πλειοψηφία των κομμουνιστών του Μπούλκες έβλεπε τι συνέβαινε, αλλά φοβόταν να μιλήσει. Και η παραμικρή δυσαρέσκεια έφτανε στις ΥΤΟ και το αντικομματικό στοιχείο το έστελναν σε κάποιο εργοστάσιο για να αποκτήσει προλεταριακή συνείδηση. Αυτή ήταν η πιο επιεικής ποινή.
Όλα αυτά βεβαίως συνέβαιναν κάτω από τα άγρυπνα μάτια τόσο των Γιουγκοσλάβων όσο και των Σοβιετικών οι οποίοι ήθελαν να ενημερώνονται για τις σχέσεις της καθοδήγησης του Μπούλκες με τους μηχανισμούς ασφαλείας του Ράνκοβιτς, που ήταν το δεξί χέρι του Τίτο. Όταν οι σχέσεις του Τίτο με τον Στάλιν διερράγησαν το 1948, τότε οι Γιουγκοσλάβοι έφεραν στη δημοσιότητα τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε η ηγεσία του Μπούλκες σε βάρος των αντιφρονούντων συντρόφων. Μίλησαν για τα δεκάδες πτώματα που ξεβράστηκαν στον Δούναβη και για τις πηγάδες που σφραγίστηκαν επειδή εκεί μέσα είχαν πετάξει οι εκτελεστές του Πεχτασίδη τα θύματά τους. Είναι μια ιστορία για την οποία υπήρξαν μόνον κλειστά στόματα. Φυσικά, φρικτό τέλος περίμενε και τον ίδιο τον Πεχτασίδη. Τον δολοφόνησαν υπό άγνωστες συνθήκες.
Ενδεικτικός είναι ο τίτλος ενός κεφαλαίου του βιβλίου του Κουτσούκαλη: «Η καθοδήγηση του Μπούλκες ξεπερνάει κάθε όριο εγκληματικού παραλογισμού». Σε αυτό το κεφάλαιο ο Κοντογιώργης, ο καθοδηγητής της Πολιτοφυλακής στη Θεσσαλονίκη, απάντησε στον συγγραφέα, όταν γεμάτος απογοήτευση τον ρώτησε «πού πάμε;» Είπε ο Κοντογιώργης: «Να σταματήσεις τις ερωτήσεις και τις αμφιβολίες, γιατί μπορεί να έχεις τραγικές συνέπειες». Ενώ ο Θεσσαλονικιός Στρατής Αναστασιάδης, που βρέθηκε και αυτός στο Μπούλκες, ακούγοντας αυτόν τον διάλογο και γνωρίζοντας καλά τον Κοντογιώργη, είπε στον Κουτσούκαλη: «Αυτοί οι νεκροθάφτες άνοιξαν μόνοι τους τον λάκκο τους…Η κατάσταση είναι φρικτή. Ξαναζωντάνεψε η Κόλαση του Δάντη».
Όταν μεταξύ τους μιλούν και καταγγέλλουν αυτά τα εγκλήματα κομμουνιστών σε βάρος κομμουνιστών, αποτελεί αθλιότητα να κατηγορούν την αντίπαλη πλευρά για αντικομμουνισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου