ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΓΓΑΝΑΣ (1916-1966).
Η ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΕΠΙΖΩΝΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΗΓΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ.
Στην φωτογραφία εικονίζεται ο Ευάγγελος Μαγγανάς ο οποίος γεννήθηκε το 1916 στο χωριό Κρεμμύδια της τότε επαρχίας Πυλίας στο νομό Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αγρότης στο επάγγελμα, και ήταν αυτός που επέζησε όταν οι εγκληματίες του κομμουνισμού τον έριξαν στην Πηγάδα του Μελιγαλά μαζί με άλλους τουλάχιστον 2.000 ανθρώπους.
Ο Μαγγανάς ως εκ θαύματος είχε επιζήσει και ανασύρθηκε μέσα από τα πτώματα ελαφρώς τραυματισμένος από σφαίρα!!! Η οικογένεια του όμως δεν είχε την ίδια τύχη, και χάθηκε όλη σχεδόν στην Πηγάδα!!! Έκτοτε αποφάσισε να αποδώσει ο ίδιος δικαιοσύνη αναζητώντας δολοφόνους και σφαγείς συμμορίτες, και να τους ‘’τιμωρεί’’., ενώ η τοπική κοινωνία τον είχε αναδείξει σε λαϊκό ήρωα.
ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ:
Ο Βαγγέλης Μαγγανάς καταγόταν από το χωριό Κρεμμύδια Πυλίας και ήταν γεωργοκτηνοτρόφος και καραγωγέας. Το καλοκαίρι τoυ 1943 διέφυγε στην Καλαμάτα για να βρει καταφύγιο έπειτα από τον ανηλεή ξυλοδαρμό που υπέστη σε μπλόκο του ΕΑΜ στον Ριζόμυλο από ομάδα κομμουνιστών, και η εν συνεχεία κατάσχεση των προϊόντων πού μετέφερε με το κάρο του, επειδή δεν έχε άδεια από τον τοπικό ΕΑΜ του χωριού του για την μετακίνησή του αυτή. Ανάμεσα στους πολιτοφύλακες του φυλακίου ήταν και ὁ συγχωριανός του Γιώργης Νικολόπουλος που επιβεβαίωσε αργότερα το γεγονός.
Στην Καλαμάτα όπου διέφυγε εντάχθηκε σε μία μικρή ένοπλη ομάδα που σχηματίστηκε μετά την ιταλική συνθηκολόγηση τον Σεπτέμβριο του 1943 υπό την ηγεσία του γιατρού Περρωτή, και αργότερα νομάρχη Μεσσηνίας, ο οποίος το 1944 σφαγιάσθηκε από τον ΕΛΑΣ στην πλατεία της Καλαμάτας. Η ομάδα αυτή αποτέλεσε αργότερα τον πυρήνα του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμάτας που συγκροτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1944.
Στις 9 Σεπτέμβριου του 1944 ο ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία του Βελουχιώτη επιτίθεται εναντίον της Καλαμάτας και το στρατιωτικά αδύναμο Τάγμα Ασφαλείας διαλύεται. Πολλά μέλη του όπως και ο Μαγγανάς (τραυματισμένος ο ίδιος), διαφεύγουν στον Μελιγαλά. Στο Μελιγαλά μετά την άνιση μάχη που ακολούθησε συνελήφθηκε στις 15-09-1944 από τους κομμουνιστές του ΕΛΑΣ, όπου αφού ξυλοκοπήθηκε, πυροβολήθηκε εν ψυχρώ και ρίχθηκε μαζί με εκατοντάδες άλλους, και μέλη της οικογένειάς του στην Πηγάδα κατά εντολή του Βελουχιώτη και του πολιτικού καθοδηγητή Μπελογιάννη, θεωρώντας τον νεκρό. Σοβαρά τραυματισμένος όμως ο ίδιος κατάφερε αργότερα αφού μετακίνησε κάποια πτώματα να συρθεί και να διαφύγει από την Πηγάδα.
Η έντονη αντικομμουνιστική δράση του Μαγγανά ξεκίνησε από την επαρχία Πυλίας τον Απρίλιο του 1945 με άλλους λίγους επιζώντες των κομμουνιστικών εκκαθαρίσεων. Σε διάστημα μερικών εβδομάδων το Απόσπασμα του είχε ξεπεράσει τούς 1000 άνδρες.. Το γεγονός ότι κατάφερε να γίνει αρχηγός ενός ιδιαίτερα πολυμελούς αντικομμουνιστικού αποσπάσματος της Μεσσηνίας μεταπολεμικά, σημαίνει ότι έχαιρε κύρους ανάμεσα στους ντόπιους, το οποίο απέκτησε εξαιτίας της αντικομμουνιστικής του δράσης, αλλά ταυτόχρονα και των πολλών εγκλημάτων που διέπραξαν οι κομμουνιστές στην συγκεκριμένη περιοχή κατά πάντων με κάθε βαρβαρότητα.
Έδωσε πολλές μάχες με τον ΕΛΑΣ με σημαντικότερη αυτή της Χρυσοκελαριάς τον Οκτ. του 1945, ενώ στις 19-01-1946 εισήλθε στην Καλαμάτα και την εκκαθάρισε από τους ένοπλους κομμουνιστές που έσπερναν τον τρόμο στην περιοχή. Για τούς συγγενείς και φίλους των θυμάτων της Κόκκινης Τρομοκρατίας, ο Μαγγανάς παρείχε αυτό πού δεν παρείχε το επίσημο τότε κράτος. Εφάρμοζε συνταγή άμεσης δικαιοσύνης για ότι είχαν υποφέρει στην ΕΑΜοκρατία. Μάλιστα η φήμη του πολύ γρήγορα ξαπλώθηκε και έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα, και στο εξωτερικό.
Για τη συμμετοχή του στο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμάτας δικάστηκε συνολικά 7 φορές και καταδικάστηκε 2 φορές ερήμην, μία σε θάνατο, και μία σε ισόβια, αλλά οι καταδίκες του ανατράπηκαν στο Εφετείο. Την πρώτη φορά πού δικαζόταν στο Εφετείο του Ναυπλίου το φθινόπωρο του 1945, ἡ μάνα του για να αντιμετωπίσει τα έξοδα της δίκης, βγήκε για έρανο στα χωριά και τις πόλεις της Πυλίας και της Τριφυλίας, όπου και βρήκε πολύ θερμή ανταπόκριση. Φεύγοντας ὁ Μαγγανάς ελεύθερος από το Ναύπλιο, θαυμαστές του από την περιοχή του χάρισαν ένα εντυπωσιακό άλογο. Όταν γύρισε στη Μεσσηνία, το Απόσπασμα του έγινε έφιππο, και αυξήθηκε σε πολλές εκατοντάδες, και ἡ δράση του απλώθηκε σε όλη τη Μεσσηνία.
Ο Μαγγανάς δεν άργησε να συγκρουστεί και με τη Χωροφυλακή που είχε επανέλθει στις περισσότερες πόλεις και με τον Ελληνικό Στρατό, εξαιτίας της πολιτικής της Κυβέρνησης σχετικά με τους κομμουνιστές όπου λόγω της αμνηστίας επέτρεπε στο ΚΚΕ/ΕΑΜ να επαναλάβει την πρότερη δράση του. Μάλιστα λόγω των “μέτρων αποσυμφόρησης των φυλακών” πού ανακοίνωσε ἡ νέα κυβέρνηση Σοφούλη στις 10-12-1945, χιλιάδες φυλακισμένοι αριστεροί ελευθερώθηκαν. Λόγω του φόβου αντεκδικήσεων από τους συγχωριανούς τους ,οι απελευθερωθέντες κομμουνιστές απέφυγαν να επιστρέψουν στα χωριά τους και κατέληξαν στις πρωτεύουσες των νομών η στην Αθήνα. Η Καλαμάτα είχε γίνει πλέον μεγάλο κέντρο οργάνωσης και δράσης μελών της Πολιτοφυλακής, ΟΠΛΑ, και του ΕΛΑΣ. Επικεφαλής των Ομάδων Λαϊκής Αυτοάμυνας των αριστερών, ήταν ὁ Γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής ΚΚΕ Μάριος Καμπούρης και ὁ καπετάνιος του ΕΛΑΣ Αρίστος Καμαρινός.
Η δολοφονία όμως του δικηγόρου Γρηγόρη Κοντοβουνήσιου μαζί με τον 6χρονο γιό του, στον οποίο νεκρό γιο του οι κομμουνιστές χάραξαν στο μέτωπό του το γράμμα «Χ» (οργάνωση Γεωργίου Γρίβα όπου ανήκε ο πατέρας) από μία ανταρτοομάδα κομμουνιστών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στο δρόμο Κροκεῶν – Σπάρτης την 16-01-1946, αλλά και την δολοφονία άλλων 4 ατόμων σε άλλα σημεία της Λακωνίας, προκάλεσαν συγκρούσεις και θύματα στη Σπάρτη και στην Καλαμάτα μεταξύ αριστερών και δεξιών, και την αναζωπύρωση των παθών, όπου η Χωροφυλακή για να κατευνάσει τα πνεύματα τότε προέβη στην μονόπλευρη σύλληψη 32 αντικομουνιστών, γεγονός που εξόργισε τον Μαγγανά.
Στις 19-01-1946, ο Μαγγανάς με 100 περίπου ένοπλους μπήκε στην πόλη και ελευθέρωσε τους 32 αντικομουνιστές από το Α’ Αστυνομικό Τμήμα, ενώ επεχείρησε να παραλάβει από τις φυλακές και τούς υπόδικους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, όπου η δκση Χωροφυλακής αρνήθηκε να τούς παραδώσει. Παρά την μεγάλη υπεροχή δύναμης πού είχε, δεν κατέφυγε σε βία εναντίον της Χωροφυλακής καθώς δεν ήθελε να χυθεί αδελφοκτόνο αίμα, αλλά και διότι τους τιμούσε για τους αγώνες της. Στην Καλαμάτα ὁ Μαγγανάς παρέμεινε τρεις ημέρες, και στο διάστημα αυτό αφαίρεσε μεγάλες ποσότητες οπλισμού από ένοπλους πολίτες, και από οικίες αριστερών, και έκαψε τούς φακέλους στο δικαστικό μέγαρο που αφορούσαν ποινικές διώξεις αντικομμουνιστών. Στη συνέχεια αποχώρησε χωρίς καμία ‘’ενόχληση’’, αν και το ΕΑΜ/ΚΚΕ βρίσκονταν στην περιοχή. Στο άκουσμα ότι ο Μαγγανάς με τους άντρες του μπήκε στην Καλαμάτα το ένοπλο τμήμα του ΚΚΕ δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση, και αποστασιοποιήθηκε πλήρως.
Για την αντιμετώπιση του Μαγγανά, ἡ κυβέρνηση Σοφούλη κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία, άλλαξε τον στρατιωτικό διοικητή της Τρίπολης, και έστειλε εναντίον του ένα Τάγμα Εθνοφυλακής και 200 άνδρες της Χωροφυλακής., ενώ διέταξε έως και το αντιτορπιλικό “Κρήτη” να κατευθυνθεί στον κόλπο της Μεσσηνίας.
Η επιχείρηση του Μαγγανά στην Καλαμάτα κόστισε τη ζωή σε 15 πολίτες και ανάγκασε εκατοντάδες μέλη και στελέχη του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ/ΚΚΕ να εγκαταλείψουν την Καλαμάτα διαφεύγοντας στο βουνό ή στην Αθήνα
Η κατάληψη της Καλαμάτας από τον Μαγγανά έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό από την τοπική κοινωνία του Ν. Μεσσηνίας, και η πράξη του αυτή έγινε τραγούδι πού ακουγόταν στη νότια Πελοπόννησο για πολλά χρόνια μετά.
Η οργάνωση του Μαγγανά τέθηκε εκτός νόμου από το Ελληνικό Κράτος, και ο ίδιος επικηρύχτηκε για 15 εκατομμύρια δραχμές. Αυτό δεν τον εμπόδισε να εκστρατεύσει ξανά μέχρι τη Σπάρτη και το Γύθειο και να εκκαθαρίσει τις περιοχές αυτές από τα υπολείμματα των συμμοριτών, πριν επιστρέψει στη βάση του στην Πυλία. Στην συνέχεια έκτακτο στρατοδικείο καταδίκασε αυτόν και δύο συντρόφους του σε θάνατο, και 17 ακόμη άνδρες του σε φυλάκιση 17 ετών. Ὁ Μαγγανάς, ενώ δεν συνελήφθη, περιόρισε για ένα διάστημα τη δράση του στην περιοχή γύρω από το χωριό του.
Οι επιθέσεις όμως της ανταρτοομάδας του ΚΚΕ στα χωριά της Κορώνης υπό τον συμμορίτη καπετάν Γρίβα από τη Στενωσιά, τον επανέφερε στο κυνήγι των παράνομων. Η ομάδα του συμμορίτη Γρίβα κυνηγημένη από το Απόσπασμα του Μαγγανά, διασπάστηκε στα δύο για να ξεφύγει. Μερικοί από τούς αντάρτες της μίας ομάδας, έπεσαν σε ενέδρα των ανδρών της Χωροφυλακής στη θέση “Χάνι Τετζερίδη”, ενώ σκοτώθηκε και ὁ Γρίβας και ο υπαρχηγός του ο Βασίλης Κωνσταντακόπουλος από τη Σχοινόλακα. Ο Μαγγανάς πού κυνήγησε την άλλη ομάδα, συνέλαβε 3 αντάρτες και τούς παρέδωσε στη Χωροφυλακή. Εκείνοι, τούς φυλάκισαν στο Αστυνομικό Τμήμα της Πύλου. Οι 3 κρατούμενοι όμως έκαναν το λάθος στους συγγενείς τους και σε άλλους πού τούς επισκέπτονταν, να εκτοξεύουν απειλές εναντίον του Μαγγανά και της οικογένειας του. Όταν το έμαθε ὁ Μαγγανάς, και έχοντας νωπά τα γεγονότα του Μελιγαλά όπου είχαν σφαγιαστεί πολλά μέλη της οικογένειάς του, κατευθύνθηκε αποφασισμένος στην Πύλο και την περικύκλωσε με 150 άνδρες. Ο ίδιος με λίγους άνδρες μπήκε στην πόλη και ζήτησε από την Χωροφυλακή να του παραδώσει τούς τρεις κρατούμενους. Όταν το αρνήθηκε η Χωροφυλακή έστησε απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα δύο πολυβόλα, και με ριπές έσπασε την πόρτα της εσόδου. Στη συνέχεια, πήρε τούς τρεις κρατούμενους και τούς εκτέλεσε εν ψυχρώ στην πλατεία της πόλης .
Ο Μαγγανάς μετά τη δολοφονία των 3 αυτών κρατουμένων καταδιώχθηκε από τις Ελληνικές αρχές και συνελήφθηκε τελικά στις 22-05-1946 στον δρόμο Πύλου-Καλαμάτας. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ της Αθήνας, και αυτό σήμανε και το τέλος της δράσης του.
Στη συνέχεια δικάστηκε επανειλημμένα από διάφορα δικαστήρια της Αθήνας, από το έκτακτο στρατοδικείο της Κορίνθου, και τέλος από το κακουργιοδικείο του Πειραιά, Από όλα τα δικαστήρια ὁ Μαγγανάς αθωώθηκε παμψηφεί. Ήδη η κομμουνιστική εξέγερση ήταν σε έξαρση και ήταν η αρχή του συμμοριτοπολέμου και άτομα σαν τον Μαγγανά άρχισαν να θεωρούνται εφεδρεία του κράτους. Έτσι αποδείχθηκε πολύ δύσκολο να βρεθούν ένορκοι ή δικαστές να τον καταδικάσουν για πράξεις πού οι κομμουνιστοσυμμορίτες του ‘’ΔΣΕ’’ διέπρατταν σε καθημερινή βάση σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στη διάρκεια των επανειλημμένων δικών του, ο Μαγγανάς δέχτηκε μεγάλη βοήθεια από τούς δύο αδελφούς Κετσέα, αξιωματικούς από την Καλαμάτα, και από στελέχη της οργάνωσης ‘’Χ’’ του Γεωργίου Γρίβα στην Αθήνα. .
Τελικά ο Μαγγανάς δεν ήταν αξιωματικός, η πρώην οπλαρχηγός, ή κάποια διακεκριμένη προσωπικότητα της Πελοποννήσου ώστε να εξηγείται η λαϊκή αποδοχή και η ικανότητά του να ηγηθεί σκληροτράχηλων ενόπλων. Ήταν ένας απλός χωρικός που υπέστη βάναυση συμπεριφορά από τοπικά κομματικά στελέχη του ΚΚΕ άνεφ αιτίας και αφορμής, με αποτέλεσμα ο ίδιος αντιδρώντας να εξελιχθεί σταδιακά σε λαϊκό ηγέτη όπου και απέκτησε κύρος εξαιτίας της εθνικής και αντικομμουνιστικής δράσεως του, με την οποία εκκαθάρισε την νότια Πελοπόννησο από τις ένοπλες συμμορίες του Κομμουνιστικού Κόμματος που σκορπούσαν τον τρόμο, και πλημμύριζαν στο αίμα την περιοχή. Για τους συγγενείς των θυμάτων της κομμουνιστικής τρομοκρατίας, ο Μαγγανάς λειτουργούσε ως «από μηχανής Θεός» που απέδιδε άμεση δικαιοσύνη για όσα υπέφεραν από την τρομοκρατία του ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η περιοχή της Μεσσηνίας που ήταν πρωτοπόρος στην εμφάνιση ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ, χάρις στην μαχητική παρουσία και ικανότητα της ομάδος του Μαγγανά, οι συμμορίτες του αυτοαποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος» (ΔΣΕ) δεν είχαν σχεδόν καμία δράση, καθώς μετά τον Ιανουάριο του 1946 οι κομμουνιστές διέφυγαν με κάθε τρόπο και μέσο από την περιοχή.
Ο Μαγγανάς απεβίωσε σε ηλικία 50 ετών όταν οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα τον Ιούνιο του 1966 στο δρόμο Πύλου-Καλαμάτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου