Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

 ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΜΠΟΥΓΑΣ (Ioannis Bougas) - Ιστορία 1940-1949

Η Γενοκτονία του Μελιγαλά (15-20 Σεπτεμβρίου 1944)!

Κεφάλαιο 5.6 "Ματωμένες Μνήμες 1940-45"

(Περιόρισα την περιγραφή και αφαίρεσα τις υποσημειώσεις για να γίνει δεκτό το μέγεθος από το F/B)

Ἀρχίζω τήν περιγραφή τῆς τραγωδίας τοῦ Μελιγαλά μετά τό τέλος τῆς μάχης.
“... Ὅταν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ κουράστηκαν ἀπό τό πλιάτσικο καί τίς αὐτοδικίες, ἐγκαταστάθηκαν σέ σπίτια τῆς πόλης πού ἐπέλεξαν τοῦ γούστου τους, γιά νά περάσουν τή νύχτα. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ πρωτο-καπετάνιος τους Θανάσης Κλάρας (Ἄρης Βελουχιώτης) μέ τούς μαυροσκού-φηδες φρουρούς του. Ὅλοι τους πρέπει νά ἔνοιωθαν εὐτυχεῖς γιά τή μεγάλη τους νίκη ἐνάντια στό Τάγμα Ἀσφαλείας, ἀλλά καί κατάκοποι ἀπό τήν ἀπονομή στιγμιαίας δικαιοσύνης στούς δρόμους τῆς μαρτυρικῆς κωμόπολης μέ τό καμουτσί, τό πιστόλι, καί τό μαχαίρι.....”

[...]
Οἱ πρῶτοι ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ ἀπό τό 8ο σύνταγμα Λακωνίας, πού μπῆκαν στόν Μελιγαλά ἀπό τήν ἀνατολική πλευρά, βόρεια ἀπό τό Μπεζεστένι, ἐκτελοῦσαν ὅποιον ταγματασφαλίτη ἔβρισκαν στό δρόμο τους. Ὁ ἴδιος ὁ καπετάνιος τοῦ 1ου τάγματος τοῦ 8ου συντάγματος Λακωνίας, ὁ Κώστας Κανελλόπουλος, καταγόμενος ἀπό τό κοντινό χωριό Καλλιρρόη καί παλαιός μαθητής τοῦ Γυμνασίου τοῦ Μελιγαλᾶ, δέν περιοριζόταν στούς ταγματασφαλίτες. Σκότωνε μέ τό ἴδιο του τό χέρι καί ἄμαχους πολίτες.
Ὁ ἱερέας τοῦ Μελιγαλᾶ Παναγιώτης Παπαδόπουλος, εἶναι ἕνας ἀπ' αὐτούς πού κατέγραψαν τή δράση τοῦ κοντοπατριώτη του καπετάνιου στόν Μελιγαλά, μετά τή μάχη. Ἰδού τί γράφει: “... Περί τήν μεσημβρίαν καί ὥραν ἄν δέν ἀπατῶμαι 2-3 εἰσῆλθον καί ἤρχισαν ἀντίθετα ἀπό ἐκεῖνα πού μᾶς εἶπαν - νά κτυποῦν - νά λεηλατοῦν - νά ἐρευνοῦν τά σπίτια - νά λαφυρα¬γωγοῦν καί νά τά ὁδηγοῦν εἰς τά χωριά ἤ ἐκεῖ πού ἤθελον - νά καίουν σπίτια καί εἰς τόν δρόμον νά φονεύουν ὡς νά ἐφόνευον γάτες μέ τό πιστόλι στά χέρια. Ὁ Κανελλόπουλος ἔξωθεν τῆς οἰκίας Λαφαζάνου εἶδα μέ τά μάτια μου ἀπό τίς γρίλιες τῶν παραθύρων νά φονεύη δυό...”
(Μαρτυρία ἱερέως Παναγιώτη (Πούλου) Παπαδόπουλου)

Ἡ εἰρωνία ἦταν ὅτι κάποιοι πατριῶτες του, καί ἄλλοι πού τόν γνώριζαν, ἔτρεχαν πρός αὐτόν τίς πρῶτες ὧρες γιά προστασία, καί ὁ Κανελλόπουλος σέ ἀπάντηση τούς ἄφηνε στόν τόπο μέ τό πιστόλι του. Τόν Χρῆστο Δορκοφίκη τόν συναντήσαμε πιό πάνω νά περιγράφει πώς εἶδε τήν κατάρρευση τῆς ἄμυνας τοῦ Μελιγαλᾶ. Ἐδῶ συνεχίζει:
“... Ὅπως πήγαινα εἶδα τόν μακαρίτη τόν Τσέκερη (σ.σ. ἀνθ-υπολοχαγός ἀπό τό χωριό Χειράδες) πού πήγαινε νά φύγει πρός τά πάνω, βρῆκε ἀδιέξο¬δο καί δέν πρόλαβε νά βγεῖ στό δρόμο νά φύγει καί γύρισε πίσω. Βλέπει τόν Κανελλόπουλο. Γέλασε ὁ Κανελλόπουλος. Τραβάει (ὁ Τσέκερης) τό πιστόλι του, μπάμ, καί αὐτοκτονεῖ μπροστά στόν Κανελλόπουλο, στά 15 μέτρα.
[...] Ὁ Βελουχιώτης μέ τούς σωματοφύλακές τους, τούς μαυροσκού-φηδες, πού κυκλοφοροῦσαν μαζί του μέ ἄλογα, χρειάζονταν νά ψήσουν κρέατα καί σ'ἕνα φοῦρνο πάνω στήν πόλη, γιατί ὁ δικός μας δέ χώραγε ἄλλο. Ἕνας μαυροσκούφης πῆρε μιά λαμαρίνα νά τήν πάει ἐκεῖ, καί ὁ πατέρας μου μέ ἔστειλε μαζί του νά τοῦ δείξω τό δρόμο γιά τό φοῦρνο. Ἐγώ ἤμουν μικρό παιδί τότε, 12 χρονῶν, καί ὅπως πηγαίναμε ἀκούγαμε σκο¬τωμούς παντοῦ πού μέ ἔκαναν καί ἔτρεμα ἀπό τό φόβο μου. Ὁ ἀντάρτης ἔβανε τό χέρι του πάνω μου γιά προστασία.
Ἐκεῖ πού πηγαίναμε μᾶς πέρασε ὁ Κανελλόπουλος ὁ καπετάνιος, καβάλα σ' ἕνα τσίλικο ἄλογο. Σέ λίγα μέτρα συνάντησε ἕναν ἀντάρτη πού ἔφερνε ἕνα νεαρό μέ δεμένα τά χέρια του πίσω.
-Τί εἶναι αὐτός, ρέ, ρώτησε ὁ Κανελλόπουλος τόν ἀντάρτη τοῦ ΕΛΑΣ.
-Ταγματασφαλίτης, ἀπάντησε ὁ ἀντάρτης.
Ὁ Κανελλόπουλος ἔβγαλε τό πιστόλι του καί ἔρριξε τρεῖς σφαῖρες στό κεφάλι τοῦ νεαροῦ παιδιοῦ, πού ξάπλωσε νεκρό χωρίς νά προλάβει νά ἀρθρώσει λέξη. Καθώς ἔβαλε τό πιστόλι του στή θήκη καί ξεκίνησε νά συνεχίσει τό δρόμο του πάνω στό ἄλογο, γύρισε καί εἶδε ὅτι ὁ ἀντάρτης εἶχε σκύψει κάτω καί ἔβγαζε τά παπούτσια τοῦ νεκροῦ ταγματασφαλίτη.
Ὁ Κανελλόπουλος ἔβγαλε πάλι τό πιστόλι του καί μέ τρεῖς σφαῖρες, μπάμ, μπάμ, μπάμ, ἐκτέλεσε καί τόν ἀντάρτη...”
Μαρτυρία Χρήστου Δορκοφίκη

Τόν πατριώτη του Ἀριστομένη Κουτσοῦκο ἀπό τήν Καλλιρόη, τόν ἀναζήτησε τήν ἑπόμενη ἡμέρα μεταξύ τῶν κρατουμένων στό Μπεζεστένι. Ὁ Γιάννης Μαρμαράς, πού ἦταν κρατούμενος ἐκεῖ κι ἐπέζησε μᾶς περιγράφει τή συνέχεια: “...Ὁ καπετάνιος τοῦ ΕΛΑΣ Κώστας Κανελλόπουλος ἀπό τό χωριό Καλλιρρόη ἔφτασε στό Μπεζεστένι πάνω στό ἄλογό του. Γύρισε τή ματιά του, κοίταξε ὅλους τούς κρατούμενους καί πάνω ἀπό τό ἄλογο φώναξε τό ὄνομα τοῦ Ἀριστομένη Κουτσούκου.
Ταλαιπωρημένος καί ἡμίγυμνος εἶπε παρών. Ὁ Κανελλόπουλος τόν διέταξε νά πάει μπροστά του. Ὁ Ἀριστομένης σηκώθηκε καί μέ κόπο πλη-σίασε καί τόν ρώτησε:
-”Θα μέ σκοτώσεις καπετάνιο;”
[...] Ὁ Κανελλόπουλος τόν διέταξε νά προχωρήσει μπροστά του καί τόν ἐκτέλεσε ἐκ τοῦ σύνεγγυς στό κεφάλι. Τά μυαλά του τινάχτηκαν ἐπάνω του. Μακάβριο θέαμα καί γιά τούς ὑπόλοιπους κρατούμενους.”

Ἀπό κοντά στό 8ο σύνταγμα, μπῆκαν στόν Μελιγαλά ἀπό τήν ἀνα¬τολική πλευρά, μονάδες ἀπό τό 11ο σύνταγμα Ἀρκαδίας, μέ πρώτη τή διμοιρία τοῦ «Πέρδικα». Τίς ἑπόμενες ὧρες ὁλόκληρο τό 11ο κατέκλυσε τήν πόλη. Μαζί τους μπῆκε κι ὁ Θανάσης Κλάρας μέ τούς μαυροσκούφηδες φρουρούς του. Ἀκολουθῶντας τή διαταγή του, οἱ ἀντάρτες ἐκτελοῦσαν χωρίς δισταγμό ὅποιον συναντοῦσαν ὁπλισμένο ἤ μέ ροῦχα πού ἔμοιαζαν στρα¬τιωτικά. Στό νοσοκομεῖο τοῦ Τάγματος ἐκτέλεσαν καί τούς 41 τραυματίες ταγματασφαλίτες πού βρῆκαν ἐκεῖ. Ἄλλους τραυματίες τούς ἐκτέλεσαν σέ διάφορα σπίτια τοῦ Μελιγαλᾶ, πού προσπαθοῦσαν νά κρυφτοῦν.
[...]
Ὅλοι οἱ κάτοικοι -ταγματασφαλίτες καί μή- πού βρίσκονταν στόν Μελιγαλά, ἀνεξαρτήτως φύλλου καί ἡλικίας, διετάχτησαν μέ τηλεβόες καί χωνιά νά συγκεντρωθοῦν σέ συγκεκριμένα σημεῖα τῆς πόλης. Τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους, τούς εἶπαν νά τίς ἀφήσουν ἀνοικτές, προφανῶς γιά νά διευ¬κολύνουν τήν ἔρευνά τους γιά ἀνθρώπους κρυμμένους ἀλλά καί γιά τό πλιάτσικο. [...]
Σέ πολλούς ἀπό αὐτούς τούς χώρους φυλάκισης, ἀπό τούς ἄνδρες ἔπαιρναν τά παπούτσια καί τά ροῦχα τους, καί τούς ἄφηναν ἡμίγυμνους. Ἀπό γυναῖκες ἔβγαλαν δαχτυλίδια καί σταυρούς, ἀλλά δέν ἀναφέρονται περιπτώσεις ἀφαιρέσεως ρούχων. Ἄμαχοι καί ἀντάρτες πολλές φορές μάλωσαν γιά τό πλιάτσικο. Στόν κεντρικό δρόμο δυό ὁμάδες ἀνταρτῶν τοῦ ΕΛΑΣ τράβηξαν τά αὐτόματα, μετά τίς γροθιές καί τίς κλωτσιές, γιά νά μοιράσουν τά δαχτυλίδια ἑνός ζευγαριοῦ, πού κατέβασαν ἀπό ἕνα σπίτι. Τελικά, τά δαχτυλίδια τά πῆρε ἡ ὁμάδα τῶν Μπουγαίων ἀνταρτῶν, φίλων του Κανελλόπουλου, πού πρόβαλαν τήν ἐντοπιότητά τους, ἐνῶ οἱ ἄλλοι πού κατάγονταν ἀπό τά Δολιανά τῆς Κυνουρίας, μᾶλλον φοβήθηκαν.
[..]
Για τις οἰκογένειες πού ἦταν χαρακτηρισμένες σάν “ἀντιδραστικές”, η νύχτα τῆς 15ης Σεπτεμβρίου ἦταν φρικιαστική. Ἔζησαν σέ πόλη κουρσεμένη, μέ δεκάδες νεκρούς καί χιλιάδες κρατούμενους ὑπό ἀπάνθρωπες συνθῆκες. Στήν πόλη περιφέρονταν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ, ἑκατοντάδες ἐφεδρικοί καί ὁ ὄχλος ἀπό τήν γύρω περιοχή πού τούς ἀκολουθοῦσε. Βασάνιζαν ἤ ἐκτελοῦσαν ταγματασφαλίτες ἤ ἄλλους πού τούς ὑπεδείκνυαν ντόπια στελέχη τοῦ ΕΑΜ. Ἔμπαιναν στά σπίτια κι ἔπαιρναν ὅτι ἤθελαν. “...Οἱ χιλιάδες ἀμάχων χωρικῶν πού ἔχει συγκεντρωθεῖ (sic) γύρω ἀπό τό Μελιγαλά καί μέ κραυγές καλοῦν τούς ταγματασφαλίτες νά παραδοθοῦν μπαίνουν στό Μελιγαλά καί ἀρχίζουν ἄγρια λεηλασία.”

Ὁ Γ. Μ. συνεχίζοντας τή μαρτυρία του ἐξιστορεῖ καί τά ἑξῆς:
“... Στόν Μελιγαλά γίνονταν τρομερά πράγματα. Δέν ὑπῆρχε μέρος στόν Μελιγαλά πού νά μήν σκοτωθεῖ ἄνθρωπος. Δηλαδή ὁ Μελιγαλᾶς κατοικεῖται καί περπατιέται ἐπάνω στό αἷμα τό ἀθῶο τοῦ κόσμου.
Ὅπου νά ἔκανες γεμάτο πτώματα. Συγκεντρώσανε τόν κόσμο στό Μπεζεστένι. Χιλιάδες κόσμο. Πτώματα. Ὅπου νά ἔκανες, πτώματα. Πῆγαν οἱ ἀντάρτες στό νοσοκομεῖο καί σφάξανε τά παιδιά πάνω στά κρεβάτια. Παντοῦ σοῦ λέω ἔβλεπες πτώματα. Ὁ Κανελλόπουλος, αὐτός ὁ βρ...ός ἀπό τήν Καλλιρόη, ἐδῶ στό δρόμο αὐτόν, πάνω ἀπό τό ἄλογο μπάμ καί μπάμ σκότωνε. Ἐπαναλαμβάνω, τό πιό φθηνό πρᾶγμα στόν Μελιγαλά ἦταν ὁ ἄνθρωπος. Κανείς δέ ρώταγε τόν ἄλλο γιατί σκοτώνει κάποιον. Ἄσε πού δέν θά ἤξερε καί κανείς ἀντάρτης νά πεῖ γιατί σκοτώνει κάποιον.
Μετά βγάλανε τά κάρα καί μαζεύανε τά πτώματα καί τά πήγαιναν στό νεκροταφεῖο...
Ἦρθε καί ὁ κόσμος ἀπό τά γύρω χωριά. Δέν ἀφήσανε τίποτα. Ροῦχα ἀπό τά σπίτια, γίδια, πρόβατα, δέν ἀφήσανε τίποτα. Ὅτι ἤθελε ὁ καθένας ἔπαιρνε, δέν ρώταγε κανένα.
Εἶχε ἔρθει ὁ κόσμος ἀπό τό Κοπανάκι, μέ τά πράγματά τους, τίς προῖκες τῶν κοριτσιῶν τους, πρόβατα, ὅτι εἶχαν.

Μεταξύ αὐτῶν πῆρα καί ἐγώ μιά κουβέρτα. Εἶδα πού ἔπαιρναν ὅλοι, πῆρα καί ἐγώ. Παιδί 15 ἐτῶν ἤμουν, δέν κατάλαβα τί ἔκανα. Τήν πῆγα τό βράδυ στό σπίτι, στό κτῆμα. Τήν βλέπει ἡ μάννα μου.
-Τί εἶναι αὐτό παιδάκι μου, μοῦ λέει. Ποιός σου εἶπε νά τό πάρεις αὐτό; Ποῦ τό πῆρες;
- Ἐκεῖ, τῆς εἶπα. Παίρνανε ὅλοι, πῆρα καί ἐγώ.
Πῆρε ἡ μάννα μου τήν κουβέρτα καί τήν ἔκρυψε, καί μέ μάλωσε νά μήν ξαναπάρω πάλι τίποτε...».
Μαρτυρία τοῦ Γ.Μ. στό συγγραφέα

Ἀπό τίς πολλές ἀνατριχιαστικές ἀφηγήσεις αὐτοπτῶν μαρτύρων γιά τίς σφαγές ἀμάχων πού ἔγιναν ἀμέσως μετά τήν εἴσοδο τοῦ ΕΛΑΣ στόν Μελιγαλά, ὀφείλω νά κάνω ἰδιαίτερη μνεία στό γιατρό τοῦ Μελιγαλᾶ, Γρηγόρη Μπερσῆ. Ὁ γιατρός διακρινόταν γιά τόν ἀνθρωπισμό του στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀσθενῶν του. Ἦταν πάντα πρόθυμος καί ἕτοιμος νά προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του στούς κατοίκους τῆς περιοχῆς ὅλες τίς ὧρες τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κατά γενική ὁμολογία ὁ γιατρός ἦταν ταυτόχρονα καλός ἐπιστήμονας, καλός χριστιανός, καλός οἰκογενειάρχης, καί ὑπόδειγμα συμπατριώτη. Ὄχι μόνο δέν ἔπαιρνε χρήματα ἀπό τούς φτωχούς, ἀλλά τούς ἔβαζε δικά του στό μαξιλάρι τους γιά νά ἀγοράσουν φάρμακα. Σέ ἄλλους, ἔστελνε μέ τήν οἰκιακή βοηθό του τρόφιμα (αὐγά, γάλα, κ.λπ.).

Τό ἀπόγευμα τῆς 15ης Σεπτεμβρίου τόν συνέλαβαν δυό ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ πού τόν γνώρισαν. Ὁ ἕνας ἦταν ἀπό τό χωριό Καλλιρόη καί ὁ ἄλλος ἀπό τόν Ἀετό. Σύμφωνα μέ μιά μαρτυρία, ὁ γιατρός Μπερσής παρουσιά¬στηκε μόνος του στούς δυό ἀντάρτες. Βγῆκε ἀπό κεῖ πού κρυβόταν, ἐπειδή εἶδε τόν ἀντάρτη ἀπό τήν Καλλιρόη τόν ὁποῖο εἶχε γιατρέψει ἀπό πολύ σοβαρή ἀσθένεια λίγα χρόνια πρίν. Παραλείπω τά ὀνόματα τῶν δυό ἀνταρτῶν, σεβόμενος τήν παράκληση τοῦ γυιοῦ τοῦ γιατροῦ. Πρῶτα, πῆγαν τόν γιατρό σ'ἕνα σπίτι νά δεῖ ἕνα φίλο τους ἀντάρτη πού ἦταν ἀσθενής, κάποιον ὀνόματι Κούλιο. Ὁ γιατρός πράγματι ἐξέτασε τόν ἀντάρτη, ἔκανε τή διάγνωσή του καί σύστησε τήν ἀπαιτούμενη ἀγωγή, πάντα ὑπό παρακολούθηση ἀπό τούς δυό συνοδούς ἀντάρτες.

Ὅταν ὁ γιατρός ἑτοιμάστηκε νά φύγει, ὁ ἀσθενής μάλιστα τόν ρώτησε:
- “Γιατρέ, νομίζεις ὅτι θά γίνω καλά;”
- “Ἐσύ θά γίνεις καλά. Ἐγώ δέν ξέρω τί θά ἀπογίνω!” Τοῦ ἀπάντησε ὁ γιατρός Μπερσής.
Οἱ ἀντάρτες πού τόν εἶχαν συλλάβει τόν ὁδήγησαν πρός τό κέντρο τῆς πόλης. Στόν δρόμο τόν κτυποῦσαν μέ τούς ὑποκόπανους τῶν ὅπλων τους καί μέ κλωτσιές. Ὅταν περνοῦσαν μπροστά ἀπό τό σπίτι του, τούς παρακάλεσε νά πιεῖ νερό ἀπό τό πηγάδι του.
- “Ἄντε πιές γιά τελευταία φορά”! Τοῦ εἶπαν οἱ ἀντάρτες.
Ἡ πορεία πρός τόν γολγοθά τοῦ γιατροῦ συνεχίστηκε κάτω ἀπό συνεχῆ βασανισμό ἀπό τούς δυό ἀντάρτες. Ἔξω ἀπό τό σπίτι τοῦ Λυκούργου Λαντζούνη, ἀκριβῶς στά σκαλιά του, λίγο πρίν τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγιάννη, τόν ἔσφαξαν κτυπῶντας τον καί οἱ δυό μέ τά μαχαίρια τους!...
Τό ἄψυχο κορμί τοῦ ἄτυχου γιατροῦ δέν ἔμεινε πολύ ἐκεῖ.
Τοπικό στέλεχος τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ πού πληροφορήθηκε τή σφαγή του, ἀνησύχησε ἀπό τήν ἀρνητική ἐντύπωση πού θά ἔκανε στόν πληθυσμό ἡ ἐκτέλεση τοῦ γιατροῦ μέ τήν ἄριστη φήμη στήν περιοχή. Ὅταν νύχτωσε, ἔστειλε ἀντάρτες καί ἔρριξαν τό πτῶμα του σέ ἕνα σπίτι πού καιγόταν ἐκεῖ κοντά ἀπό τούς ἀντάρτες, γιά νά ἐξαφανιστοῦν τά ἴχνη τοῦ φρικτοῦ ἐγκλή¬ματος.

Τήν περίοδο τῆς Δεύτερης ΕΑΜοκρατίας πού ἀκολούθησε, τό τοπικό στέλεχος τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ Τάκης Δορκοφίκης “κατέλαβε” τό σπίτι τοῦ γιατροῦ Μπερσῆ καί τό πρόσφερε προίκα στήν ἀδελφή του! Ἡ δικαιο¬σύνη τοῦ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο! (Ρώτησα τούς ἀφηγητές μου, πώς γνωρίζουν τίς λεπτομέρειες τῆς σφαγῆς τοῦ γιατροῦ Μπερσῆ. “Κύριε Μπουγά, τόν βασανισμό του καί τή σφαγή του τήν εἶδαν δεκάδες ἄτομα, ἀλλά τούς διαλόγους μέ τόν ἀσθενή ἀντάρτη καί τούς σφαγεῖς του, τούς διηγοῦνταν οἱ ἴδιοι οἱ δυό δράστες τόν ἑπόμενο καιρό στόν Μελιγαλά!”).

Ἄλλοι ἐπώνυμοι, θύματα τῆς πρώτης ἡμέρας, ἦταν ὁ δικηγόρος Λυκοῦργος Λατζούνης, ὁ γιατρός Ἀλκιβιάδης Λατζούνης, ὁ φαρμακοποιός Κωνσταντῖνος Λάσκαρης καί ὁ ἔμπορος Παναγιώτης Λαντζούνης.

Ὅταν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ κουράστηκαν ἀπό τό πλιάτσικο καί τίς αὐτοδικίες, ἐγκαταστάθηκαν σέ σπίτια τοῦ Μελιγαλᾶ πού τά βρῆκαν τοῦ γούστου τους, γιά νά περάσουν τή νύχτα. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ πρῶτο-καπετάνιος τους Θανάσης Κλάρας καί οἱ μαυροσκούφηδες φρουροί του. (Ὁ Κλάρας κοιμήθηκε στό σπίτι τοῦ συμβολαιογράφου Ἀριστείδη Δουβαρᾶ. Προφορική μαρτυρία κατοίκου τοῦ Μελιγαλᾶ στό συγγραφέα).
[...]
Αὐτά πού ἔγιναν στόν Μελιγαλά τό ἀπόγευμα καί τή νύχτα τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 1944 πού ἔπεσε ἡ πόλη στά χέρια τοῦ ΕΛΑΣ, ἦταν ὁπωσδήποτε τρομερά καί φοβερά. Ὅμως, αὐτά πού ἔγιναν τίς ἑπόμενες ἡμέρες, ὅπως θά περιγράψουμε, εἶναι πρωτάκουστα καί μοναδικά στήν ἱστορία. Νά δένουν ἀνθρώπους μέ καλώδια καί σύρματα καί νά τούς ὁδηγοῦν κατά δεκάδες 2-3 χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή φυλακή τους στό Μπεζεστένι, ἐκεῖ νά τούς βασανίζουν καί νά τούς σφάζουν ἐν ψυχρῷ, καί νά τούς πετοῦν στό βάραθρο. Αὐτό δέν πιστεύω ὅτι ἔχει ξαναγίνει. Γι'αὐτό ἡ Πηγάδα πέρασε στήν Ἱστορία τοῦ Ἐμφύλιου σάν ἡ μελανότερη σελίδα τοῦ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Ὄχι διότι τήν ἀναγόρευσε ἐκεῖ ἡ δημοκρατική παράταξη, ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ ἀπολογητές τῆς Ἀριστερᾶς.

Τά χαράματα τῆς ἑπομένης, τό Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου, ὅλοι οἱ φυλακισμένοι στά διάφορα κτήρια τῆς πόλης ὁδηγήθηκαν ἀπό τούς ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ στό Μπεζεστένι. Ἄλλους, ἄγνωστο μέ βάση ποιά στοιχεῖα διαχωρισμοῦ, τούς ἔστειλαν μέ συνοδεία ἀνταρτῶν στά πλησίον χωριά Νεοχώριο, Σολάκιο, Ἀνθοῦσα καί Μερόπη. Μερικούς, τούς ὁδήγησαν ἀκόμη πιό μακριά, σέ ἄλλα χωριά, μέχρι καί στήν πόλη τῆς Μεσσήνης. Στά χωριά γύρω ἀπό τόν Μελιγαλά πού ὁδηγήθηκαν κρατούμενοι, ἑκατοντάδες ἐσφάγησαν μπροστά στά μάτια τῶν ὑπολοίπων κρατουμένων, ἀλλά καί κατοίκων.
[...]
Στή Μερόπη μετέφεραν ὅλους τούς ἀξιωματικούς τοῦ Τάγματος πού εἶχαν συλληφθεῖ αἰχμάλωτοι, πολλούς ἐπιστήμονες, τόν νομάρχη Μεσσηνίας Περρωτή, καί ἄλλους ἐπώνυμους πού εἶχαν καταφύγει στόν Μελιγαλά ἀπό τήν Καλαμάτα. Τούς ἔκλεισαν στή μάνδρα τοῦ Κριμπᾶ, καί ἐκεῖ τούς ἐπισκέφθηκε ὁ ἴδιος ὁ Βελουχιώτης μέ τόν ὑπασπιστή του Τζαβέλλα καί τή φρουρά του, τούς 30-40 μαυροσκούφηδες. Πολύ πιθανόν, λόγω τῆς σπουδαιότητας τῶν κρατουμένων. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ Κλάρας δέ θέλησε νά πάρει πάνω του τήν εὐθύνη τῆς ἐκτέλεσης τῶν ἐπωνύμων φυγάδων τῆς Καλαμάτας, καί σκηνοθέτησε τήν τιμωρία τους ἀπό “ἀγανακτισμένο πλῆθος”. Διέταξε τή μεταφορά τους πίσω στό Μπεζεστένι, καί ἐν συνεχείᾳ τήν 17η Σεπτεμβρίου στήν Καλαμάτα, μαζί μέ μερικούς ἀκόμη πού προστέθηκαν στούς ἑπώνυμους γιά ἄγνωστο λόγο. Στήν Καλαμάτα, τούς περίμενε ὀργανωμένος ὄχλος ἀπό “ἀγανακτισμένους πολίτες”, χωρικούς ἀπό τά χωριά τῆς Μεσσήνης καί τῆς Πυλίας, καί τούς λυντσάρισε.

Αὐτούς πού εἶχαν ἀπομείνει στή Μερόπη, διέταξε νά τούς γυμνώσουν καί νά τούς μαστιγώσουν ἄγρια, μέχρι πού ἔτρεχε αἷμα ἀπό τίς πληγές τους. Στό μαστίγωμα ἔλαβε μέρος καί ὁ ἴδιος ὁ Βελουχιώτης, ἐνῶ ὁ ὑπασπιστής του Τζαβέλλας πατοῦσε στό κεφάλι ὅποιον ἔπεφτε κάτω ἀπό τόν ξυλοδαρμό καί τά βασανιστήρια. Τό ἴδιο βράδυ, 27 ἤ 28 ἀπό τούς κρατούμενους σφάγηκαν ἀπό τούς μαυροσκούφηδες τοῦ Βελουχιώτη κι ἄλλους δήμιους ἀντάρτες. Τά πτώματά τους ρίχτηκαν στό παραπλήσιο ξεροπήγαδο τοῦ Ἀνδριανό¬πουλου. Ὅπως γινόταν συχνά μέ θύματα πού ἐκτελοῦνταν μέ μαχαίρι, καί ἐκεῖ κάποιοι ρίχτηκαν στό ξεροπήγαδο ζωντανοί. Τήν ἑπομένη ἡμέρα ἀκούγονταν φωνές πού καλοῦσαν σέ βοήθεια, πού ὅμως δέν ἔφθασε ποτέ. [...]

Στά χωριά Σολάκιο καί Ἀνθοῦσα, ὅλα τά θύματα ἦταν γύρω στά 200. Ἡ τραγικότερη ἴσως περίπτωση εἶναι ἐκείνη τοῦ ἐμπόρου Γιώργου Μπερσῆ πού εἶχε καταφύγει στόν Μελιγαλά μέ τά δυό παιδιά του, μαθητές Γυμνασίου, καί κατέληξαν κρατούμενοι στό Μπεζεστένι. Ἀπό κεῖ τούς πῆραν καί τούς τρεῖς, δεμένους μέ καλώδιο, συμπατριῶτες τους ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ καί τούς πῆγαν στήν Οἰχαλία. Στό δρόμο τούς κτυποῦσαν ἀλύπητα καί τούς βασάνιζαν. Τήν ὥρα πού μπῆκαν στό χωριό, ὁ πατέρας καί τό ἕνα παιδί, ὁ Θανάσης, ἔπεσαν κάτω λιπόθυμοι καί σέ λίγο ξεψύχησαν. Τό ἄλλο παιδί, ὁ Ἠλίας πού δέν ἦταν ἀκόμη 15 ἐτῶν, ἔμεινε δεμένο πάνω τους γιά ὧρες, ἕως ὅτου κάποιος τό λυπήθηκε καί τό ἐλευθέρωσε. Τά πτώματα ἔμειναν ἄταφα γιά δυό ἡμέρες στό δρόμο τοῦ χωριοῦ. Τελικά, οἱ πολιτοφύλακες τοῦ ΕΑΜ ἔδωσαν ἄδεια νά τά θάψει κάποιος σ'ἕνα πρόχειρο λάκκο.

Ὅμως ἡ μεγαλύτερη ἀνθρωποθυσία κρατουμένων ἔγινε ἀπ'αὐτούς πού ἔμειναν κλεισμένοι στό Μπεζεστένι. Τό πρωΐ τῆς 16ης Σεπτεμβρίου, σχηματί¬σθηκε Ἐπιτροπή ἀπό τους: Βασίλη Μπράβο, Στάθη Καναβό, Τάκη Δορκοφίκη, Πανταζή Φράγκο, Γιάννη Καραμούζη, Ἠλία Δεδούση, καί Στέλιο Διακουμογιαννόπουλο, γιά νά ἐπιλέξουν ποιούς νά ἐκτελέσουν καί ποιούς νά ἀπολύσουν. [...] Ἡ Ἐπιτροπή, τίς πρωϊνές ὧρες τῆς 16ης Σεπτεμβρίου ἀπέλυσε πολλές ἑκατοντάδες ἀπό τούς κρατούμενους, κυρίως τά παιδιά καί τίς ἡλικιωμένες γυναῖκες. [...]

Ὁ Δ. Μ. ἀπό τά Τσουκαλέϊκα ἔχασε δυό ἀδέλφια στήν Πηγάδα. Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν μαρτυρία του:
“Ἡ οἰκογένειά μου εἴχαμε φύγει ἀπό τό χωριό μας καί εἴχαμε πάει στόν Μελιγαλά. Εἴχαμε νοικιάσει ἕνα σπίτι στήν Πάνω Ἀγορά. Εἴχαμε φέρει στόν Μελιγαλά καί ὅτι ζῶα εἴχαμε.
[...] Φωνάξανε μέ τά χωνιά νά συγκεντρωθοῦμε ὅλος ὁ κόσμος σέ διάφορα σημεῖα τῆς πόλης. Ἐπῆγα καί ἐγώ. [...]
Ἐκεῖ πού εἴμαστε στό Μπεζεστένι, μιά γυναίκα, κρατούμενη κι'αὐτή δίπλα μου μοῦ λέει:
-“Βγάλε παιδάκι μου τό παντελόνι σου. Πέταξε καί τά παπούτσια σου. Θά σέ σκοτώσουν γιά νά σοῦ πάρουν τά παπούτσια!”
Ἔτσι εἶχα βγάλει τό παντελόνι μου καί τά παπούτσια μου. Εἶχα μείνει ξυπόλητος. Εἶχα σχίσει λίγο καί τό πουκάμισό μου νά μήν τό θέλει κανείς. Εἶχα ὅμως κρατήσει τό ρολόϊ μου.
Μεταξύ 9 καί 30 καί 10 ἡ ὥρα ἄφησαν μερικούς. Κυρίως γυναῖκες καί νέα παιδιά. Ἐγώ ἤμουν 16 χρονῶν τότε. Μ'ἄφησαν.
Βγαίνοντας ἔξω ἀπό τό Μπεζεστένι, θά ἤμουν 15 μέτρα μακριά ἀπό τήν πόρτα, ἄκουσα ἀπό μιά ὁμάδα ἡλικιωμένων ἀνθρώπων πού ἦταν μπροστά μου, λίγο πιό πάνω, νά λένε:
- Ὁ Μαρούλης θά σφάξει τόν ἀδελφό του!
Μέ αὐτό πού ἄκουσα, γύρισα καί κοίταξα πίσω μου. Εἶδα ἕναν ἄντρα νά τραβά ἕναν ἄλλο ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ Μπεζεστενιοῦ. Τόν πῆγε 2-3 μέτρα ἀπό τήν πόρτα καί τόν ἄρχισε στίς μαχαιριές. Μέ τήν δεύτερη μαχαιριά τό θῦμα ἔπεσε κάτω. Ὁ σφαγέας ζεῖ ἀκόμη (τό 2008), καί παίρνει καί σύνταξη ἀντιστασιακοῦ. Εἶναι ἀπό τό χωριό Πλατύ. [...]
Μαρτυρία Δ. Μ. ἀπό τά Τσουκαλέϊκα

Ὁ Γ. Μ. δίνει τή μαρτυρία του γιά μιά φρικτή δολοφονία ἑνός νέου παιδιοῦ, πού εἶδε ὁ ἴδιος, ἔξω ἀπό τό Μπεζεστένι:
“... Τήν ἄλλη ἡμέρα ἦρθα πάλι ἐγώ ἐδῶ μέ τούς φίλους μου. Ἔξω ἀπό τό Μπεζεστένι, στήν πόρτα, κοιτάζαμε τί γινότανε. Μέσα ὁ κόσμος σωρό, ἕνας ἀπάνω στόν ἄλλον. Στήν πόρτα ἤτανε σκοπός ἕνας ἀντάρτης.
Πηγαίνανε πολλοί ἐκεῖ καί τοῦ δίνανε ὀνόματα.
Τούς φώναζε, ἔβγαιναν ἔξω, μπάμ ὁ ἄλλος τούριχνε, στόν τόπο.
Ἄλλοι τούς ὁρμοῦσαν μέ μαχαίρια καί τούς κατακόβανε.
Ἐκεῖ ἀπέναντι ἀπό τήν πόρτα ἤτανε ἕνα μεγάλο δένδρο. Ἐκεῖ δέσανε ἕναν ἀπό τή Λάμπαινα καί τόν σφάξανε. Πρῶτα τόν χαράζανε μέ τά μαχαίρια τους. Καρβέλη τόν λέγανε.
Θυμᾶμαι καί μιά ἄλλη περίπτωση.
Βγάζουν ἕνα παιδί ἀπό μέσα ἀπό τό Μπεζεστένι. Τό φωνάξανε καί βγῆκε. Φοροῦσε κόκκινα παπούτσια, λυμένα. Μετρίου ἀναστήματος, 25, 23 χρονῶν θά’τανε, ἐκεῖ πρέπει νά ἤτανε. Μέ πολιτικά ροῦχα, δέν φοροῦσε στρατιωτικά. Τόν εἶχε φωνάξει ἕνας ἀντάρτης καί βγῆκε τό παιδί ἀπό τό Μπεζεστένι. Αὐτός πού τόν ζήταγε εἶχε στά χέρια του ἕνα στέν καί στεκότανε πιό πέρα ἀπό τήν πόρτα.
Ὅταν βγῆκε τό παιδί, ὁ σκοπός τοῦ ἔδειξε αὐτόν.
Τό παιδί ἔμεινε ἀκίνητο. Θά τόν γνώρισε αὐτόν, φαίνεται, καί δέν προχωροῦσε.
Κοίταγε ἀμήχανα.
Ὁ ἀντάρτης, τοῦ λέει:
-“Ἄντε φύγε, ρέ”.
Τό παιδί τίποτα. Δεύτερη φορά τοῦ λέει ἐκεῖνος:
- “Φύγε, ρέ, δέν σέ πειράζει κανένας”.
Τήν τρίτη φορά πού τοῦ εἶπε “φύγε” καί τό παιδί δέν κουνήθηκε, τό πλησίασε καί τό ἔβαλε μπροστά πρός τά κάτω.
Ἐκεῖ πού εἶναι τώρα τό Γυμνάσιο.
Τότε δέν ὑπῆρχε τίποτε, ἦταν ἀλάνα.
Τό παιδί ἄρχισε νά τρέχει.
Ὁ ἀντάρτης τοῦ ἔπεσε ἀπό κοντά μέ τό στέν, ἀλλά δέν μποροῦσε νά τό κτυπήσει.
Οἱ σφαῖρες βαράγανε κάτου στό ξερό χῶμα καί σηκώνανε μπουχό, ἀλλά τό παιδί δέν τό ἔπαιρνε καμμία.
Ἀπό κοντά τρέχαμε καί ἐμεῖς τά παιδιά. Λές καί βλέπαμε σινεμά. Καί βλέπουμε σέ μιά στιγμή, ὅπως ἔτρεχε τό παιδί, μάζεψε τό ἕνα χέρι του. Ἀλλά ἔτρεχε, ἔτρεχε. Μετά μαζεύει καί τό ἄλλο χέρι. Πρέπει νά τό εἶχαν πάρει σφαῖρες.
Ἐκεῖ πιό κάτω πού εἶναι ἕνα πηγάδι, ἤτανε μιά γυναίκα καί ἔβγαζε νερό. Κρυβότανε γύρω – γύρω ἀπό τά χεῖλα τοῦ πηγαδιοῦ, ἀλλά τήν πῆρε κάποια σφαῖρα. Ἔπεσε κάτω καί φώναζε. Τό παιδί πέρασε καί συνέχισε.
Πιό κάτω ἤτανε ἕνας βάλτος, τά σφερδούκλια δυό μέτρα. Πρίν τό βάλτο ὅμως ἦταν μιά γράννα. Ὅπως ἔκανε τήν κίνηση νά πηδήξει τή γράννα, πού θάπεφτε μέσα στά σφερδούκλια καί μπορεῖ νά γλύτωνε, τό πετύχανε. Ἔπεσε πρός τά πίσω, ἀνάσκελα. Τό εἶχαν κτυπήσει τελικά ἀπό ἀπέναντι, πού ἦταν ἕνα φυλάκιο, νά μήν τούς φύγει. Εἶχαν δεῖ ὅτι αὐτός πού τό κυνήγαγε δέν μποροῦσε νά τό σκοτώσει.
Πήγαμε καί ἐμεῖς ἐκεῖ, πλησιάσαμε. Τό παιδί εἶχε πέσει μέσα στή γράννα. Ἔρχονταν τότε αὐτοί, οἱ ἀντάρτες, μπάμ, μπάμ τούριχναν. Ἐρχό-ταν κι'ἄλλος, μπάμ ἔρριχνε στό παιδί. Ἔρχεται καί ἕνας καί τοῦ τραβάει καί τοῦ βγάζει τό παντελόνι. Τοῦ παίρνουνε καί τά παπούτσια. Ἕνα παπούτσι ὁ ἕνας ἀντάρτης, ἕνα ὁ ἄλλος.
Ἄρχισαν νά τσακώνουντε.
Ἐμεῖς ἔχουμε ἕνα ξυπόλητο στό λόχο μας, ἔλεγε ὁ ἕνας.
Ὄχι, ἐμεῖς ἔχουμε πολλούς, ἔλεγε ὁ ἄλλος.
Ἔτσι τοῦ πήρανε τοῦ παιδιοῦ τό παντελόνι καί τά παπούτσια καί τό ἄφησαν ἐκεῖ μές τή γράννα. Τό πουκάμισό του εἶχε γεμίσει αἵματα καί δέν τό πειράξανε.
Μαρτυρία τοῦ Γ.Μ.

Τήν ὥρα πού μερικοί ἀπολύονταν, ἄλλοι ἐκτελοῦνταν ἀδιακρίτως μέσα στό Μπεζεστένι ἤ γύρω ἀπ'αὐτό. Ἐκεῖ δολοφονήθηκε μέ φρικιαστικό τρόπο ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητας, ὁ δικηγόρος Ἀλκιβιάδης Παπαδόπουλος. Τά τοπικά στελέχη τοῦ ΕΑΜ φαίνεται ὅτι θέλησαν νά τόν χρησιμοποιήσουν γιά νά τρομοκρατήσουν τούς ὑπόλοιπους κρατούμενους. Πρῶτα, ἔβαλλαν ἀντάρτες νά τόν βασανίσουν ἄγρια καί ποικιλοτρόπως ἐμπρός στά μάτια ὅλων, μέχρι πού ἔπεσε κάτω λιπόθυμος. Ὅταν συνῆλθε, ἔστειλαν μερικούς νά φέρουν πέτρες καί διέταξαν τούς κρατούμενους νά τόν λιθοβολήσουν. Γιά μερικά λεπτά, καί παρά τίς προτροπές τῶν ἀνταρτῶν, κανείς δέν ἐκινεῖτο. Ὅταν ὅμως ἕνας, ὁ Γιώργης Π., ἔκανε τήν ἀρχή οἱ πέτρες ἄρχισαν νά πέ¬φτουν βροχή πάνω στόν ἄτυχο οἰκογενειάρχη, ὥσπου τόν ἄφησαν αἱματο¬βαμμένο καί ἄψυχο. Πρόλαβε καί εἶπε:
- “Και σύ ρέ Γιώργη!”.
Ἔξω ἀπό τό Μπεζεστένι, δεμένος σέ ἕνα εὐκάλυπτο, βασανίστηκε μέ μαχαίρια ἀπό τούς ἀντάρτες (χάραζαν τό κορμί του (!)) καί σφάγηκε ὁ Λυκοῦργος Καρβέλης, παρουσία τοῦ γυιοῦ του Φώτη πού σφάγηκε κι αὐτός τίς ἑπόμενες ἡμέρες μπροστά στήν Πηγάδα. Ἐκεῖ κοντά, ἔξω ἀπό τήν πύλη στό Μπεζεστένι, σφάγηκαν ἀπό ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ καί τά τρία παιδιά τοῦ Δημήτρη Κουλόπουλου, ὁ Ὀρέστης, ὁ Παναγιώτης, καί ὁ Γρηγόρης, ἐνῶ ὁ πατέρας τους ὑποχρεώθηκε νά βλέπει τό μαρτύριό τους. Ἡ οἰκογένεια Κου-λόπουλου εἶχε καταφύγει στόν Μελιγαλά ἀπό τή Θουρεία ἀπό τό φόβο τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ.

Τό μεσημέρι τῆς 16ης Σεπτεμβρίου μπῆκε ἔφιππος στό Μπεζεστένι ὁ Βελουχιώτης συνοδευόμενος ἀπό τόν διοικητή τοῦ 9ου συντάγματος, Ἠλία Κλάπα, τόν Νίκο Μπελογιάννη, καί τόν Τάσσο Κουλαμπά. Εἶδε ὅτι ὑπῆρχε ἀκόμη ἐκεῖ μεγάλο πλῆθος κρατουμένων, καί πολλοί πού φαίνονταν ὅτι ἦταν ταγματασφαλίτες. Ἔγινε ἔξαλλος, ἐπειδή κατάλαβε ὅτι ἡ διαταγή του νά ἐκτελοῦνται ἐπί τόπου οἱ ταγματασφαλίτες εἶχε παρακουστεῖ. Ὁ Καρα-μούζης γράφει: “... τόσον ὁ Ἄρης ὅσον καί ὁ Κουλαμπάς ἔβαλαν πόστα τά στελέχη τοῦ ΕΛΑΣ γιατί δέν “ἐξετελέσθησαν ὅλοι ἐπί τόπου, ἀλλά τούς ἔπιασαν ζωντανούς...”.
Πρίν ἀπό τήν ἐπίθεση στήν Καλαμάτα ὁ Κλάρας εἶχε στείλει στήν 9η ταξιαρχία προφορική διαταγή, ἡ ὁποῖα ἔλεγε:
- «Πᾶς συλλαμβανόμενος ταγματασφαλίτης θά τουφεκίζεται ἐπί τόπου».
Ὁ Κλάρας ἐπανέλαβε τή διαταγή του στούς φρούραρχους τοῦ Μελιγαλᾶ.
[...]
Ὁ Καραμούζης γράφει: “... Ὁ Ἄρης καί οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ κόμματος Κουλαμπάς καί Ν. Μπελογιάννης εἶχαν πάρει τήν ἀπόφασιν. Ὅλοι ἔπρεπε νά ἐκτελεσθοῦν...”.
Ἡ διαταγή τοῦ Βελουχιώτη γιά ἐκκαθάριση τῶν κρατουμένων,φαίνεται να ερμηνεύθηκε μέ τήν πιό δραματική, φρικτή μορφή της:
- “Γιατί τούς φυλᾶτε ἀκόμη ὅλους αὐτούς. Μαχαίρι”, ὅπως εἶπαν πολλοί και εἶχε βαριά ἀπήχηση στά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.

Ἀντί πλέον νά κρίνουν ποιοί θά ἀπολύονταν, ἀνέλαβαν νά σχεδιάσουν τήν ἐκτέλεση τῶν κρατουμένων. Ἡ Ἐπιτροπή κάλεσε σύσκεψη νά συζητήσει τόν τόπο καί τόν τρόπο ἐκτέλεσης καί ταφῆς τῶν πτωμάτων. Τότε κάποιος ἔρριξε τήν ἰδέα νά χρησιμοποιηθεῖ τό μεγάλο φρεάτιο, ἡ Πηγάδα, πού εἶχε ἀνοιχτεῖ λίγα χρόνια πρίν μέ πρωτοβουλία τοῦ ἤδη νεκροῦ προέδρου τῆς κοινότητος, Ἀλκιβιάδη Παπαδόπουλου, σέ ἀναζήτηση πηγῆς νεροῦ γιά τόν Μελιγαλά. Ἡ Πηγάδα βρίσκεται βορειοδυτικά τοῦ Μελιγαλᾶ, στά 2 περίπου χιλιόμετρα ἀπό τά τελευταῖα σπίτια, πρός τό Νεοχώρι. Ὅταν εἶχε ἀνοιχτεῖ λίγια χρόνια νωρίτερα, τό βάθος τῆς Πηγάδας ἔφθανε τά 27-28 μέτρα, ἀλλά τό 1944 λόγω προσχώσεων τό βάθος τῆς εἶχε περιορισθεῖ στά 16-17 μέτρα. Ἡ διάμετρός της ἦταν περίπου 8 μέτρα.

Μέ τή βοήθεια τοῦ ἐπιτελάρχη τῆς 9ης ταξιαρχίας, λοχαγοῦ Σταύρου Νικολόπουλου, διάλεξαν μιά διμοιρία -γύρω στούς 35 ἀντάρτες - γιά ἐκτε¬λεστικό ἀπόσπασμα. [...]Ὁ Παντελής Μούτουλας, πού, γιά τό ἔργο τοῦ “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ 1941-45”, συνέλεξε μαρτυρίες ἀπό ὁλόκληρη τήν Πελοπόννησο ἀναφέρει: “... Τίς ἐκτελέσεις, κατά τή συνήθη τακτική τοῦ ΕΛΑΣ, ἀνέλαβε ἀντάρτικο τμῆμα ἀπό ἄλλη περιοχή, γιά νά μή μποροῦν οἱ ἐκτελεστές νά ἀνα¬γνωριστοῦν μελλοντικά. Οἱ ἐνδείξεις ὁδηγοῦν σέ μιά διμοιρία τοῦ 8ου Συντάγματος ἀπό μαχητές τῆς περιοχῆς Κοσμᾶ-Τσιταλίων-Ἀσωποῦ”. (σ.σ. Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι δική μου).
[...]
Τή διμοιρία τῶν ἐκτελεστῶν τοῦ ΕΛΑΣ, μπροστά στήν Πηγάδα συμ-πλήρωσαν καί 30 περίπου Πολιτοφύλακες τοῦ ΕΑΜ καί ἔφεδρο ΕΛΑΣίτες ἀπό τήν περιοχή. Ἐπικεφαλῆς τῆς ὅλης ἐπιχείρησης, τῆς μεταφορᾶς τῶν κρατουμένων ἀπό τό Μπεζεστένι καί τῆς ἐκτέλεσής τους στήν Πηγάδα, ὁρίστηκαν τά στελέχη τῆς Πολιτοφυλακῆς Μεσσηνίας, Γεώργιος Μάντζαρης καί Νικόλαος Μητρόπουλος.
[...]
Στό Μπεζεστένι, οἱ κρατούμενοι -ταγματασφαλίτες καί ἄμαχοι- δια-χωρίστηκαν ἀνάλογα μέ τόν τόπο καταγωγῆς τους. Οἱ Τοπικές Ἐπιτροπές τοῦ ΕΑΜ ἀπό τά γύρω χωριά καί τίς κωμοπόλεις τῆς ἄνω Μεσσηνίας κατέ-φθασαν ἐκεῖ. Ἀνάλογα τήν περίπτωση, ἔδιναν πληροφορίες γιά κρατού-μενους, ἄν ἦταν ταγματασφαλίτες (ἡμίγυμνοι ὅπως ἦταν, δέν ἀναγνωρίζο-νταν πάντα ἀπό τούς ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ καί τήν Ἐπιτροπή), ἄν εἶχαν χαρακτηρισθεῖ ὡς “ἀντιδραστικοί”, κ.λπ. Σέ ἄλλες περιπτώσεις, ἄνθρωποι τῶν Τοπικῶν Ἐπι¬τροπῶν τοῦ ΕΑΜ ἐπενέβαιναν γιά νά ἐλευθερώσουν ἄλλους συγχωριανούς τους. Ὀνόματα προσθέτονταν καί ἀφαιροῦνταν, ἀνάλογα μέ τίς ἐπί τόπου παρεμβάσεις στελεχῶν τοῦ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.

[...]
Μέ τή δικαιολογία τῆς μετακίνησης σέ ἄλλον τόπο φυλάκισης γιά νά ἀνακριθοῦν, τά ὑποψήφια θύματα δένονταν συνήθως ἀνά δύο, ἀλλά καί ἀνά τρεῖς, μέ σχοινί, σύρμα ἤ καλώδιο, καί ὁδηγοῦνταν κατά μεγάλες ὁμάδες τῶν 50-100 ἀτόμων μέ τά πόδια, ἡμίγυμνοι, φορῶντας μόνον τά ἐσώρουχά τους, στό στόμιο τῆς Πηγάδας. Ἐκεῖ, οἱ τυχεροί σφάζονταν “καθαρά”, καί τά σώματά τους ρίχνονταν στήν Πηγάδα. Πολλοί ὅμως, σύμφωνα μέ τίς μετέπειτα μαρτυρίες τῶν ἰδίων τῶν ἐκτελεστῶν, ρίχνονταν τραυματισμένοι ἀλλά ζωντανοί ἀκόμη στήν Πηγάδα! Μερικοί, βασανίζονταν μέ ποικίλους τρόπους, πρίν τελικά σφαγοῦν καί ριχτοῦν στό βάραθρο.

[...]
Ὁ ἱερέας Παν. Παπαδόπουλος, στόν ὁποῖο ἀναφερθήκαμε σέ προη-γούμενες σελίδες, σέ κείμενο πού ἔγραψε λίγα χρόνια μετά τή γενοκτονία, περιγράφει πολύ παραστατικά τήν κατάσταση στό Μπεζεστένι, ἀλλά καί τό ἔγκλημα τῆς Πηγάδας:
“... Οἱ εἰς Μπεζεστένι εὑρισκόμενοι ἦσαν εἰς τήν διάθεσιν τοῦ κάθε καπετάνιου, ὅστις πήγαινε μέσα καί συνελάμβανε ὅποιον ἤθελε τῆς ἀρε-σκείας του, ὅπως ὁ τσοπάνος διαλέγει ἐκεῖνο τό σφακτό πού θέλει νά σφάξη, τόν ὁδηγοῦσε ἔξω καί τόν ἐκτελοῦσε. Ἀκολούθως τό τραγικώτερον πού συνέβη καί ἀπαίσιον στόν αἰῶνα ἦτο δυό-δυό ἔδεναν ἀπό τά χέρια μέ καλώδιο μέ μόνον τό ὑποκάμισον καί τό ἐσώβρακον στή γραμμή κατά ὁμάδας καί τούς ὁδηγοῦσαν στήν ἱστορικήν Πηγάδα. Τούς ἔκοβαν, ἄλλων τό κεφάλι, τά χέρια, τήν μύτην, δηλαδή τούς κακοποιοῦσαν, τούς ἐβα¬σάνιζαν πρῶτα ἐπάνω εἰς ἕνα κορμόν συκιᾶς μέ μάχαιραν ἤ πέλεκυν καί τούς ἔρριπτον εἰς τήν Πηγάδα ἕως ὅτου ἐκκαθάριζον ἐκείνους πού ἤθε¬λον”. (σ.σ. ἡ ὑπογράμμιση εἶναι δική μου. Δείχνει, ὅτι καί ὁ ἱερέας ὁμιλεῖ γιά αὐτοδικίες καπετάνιων, ὄχι πολιτῶν).

[...]

Τό φρικτό ἔργο πού ἐκτελοῦσαν οἱ δολοφόνοι ἐκτελεστές στό χεῖλος τῆς Πηγάδας δέν τούς ἐμπόδιζε νά σταματοῦν γιά τό μεσημεριανό τους φαγητό. Οἱ μαρτυρίες μιλοῦν γιά γεύματα μέ βραστό κρέας, κρέας μέ μελιτζάνες, μακαρονάδα μέ κρέας, καί δεῖπνα μέ ψητά ἀρνιά! Μερικές ἀπό τίς ἐπιταγμένες μαγείρισσες ἦταν μαννάδες ἤ γυναῖκες θυμάτων! Ἡ θειά Μηλιά ἡ Σπανάκαινα, πού εἶχε γαλακτοπωλεῖο στόν Μελιγαλά, ἀφηγεῖτο ὅτι οἱ σφαγεῖς μετά τό τέλος τῆς “δουλειᾶς” μιᾶς ἡμέρας ἔφαγαν κρέας μέ μελιτζάνες. Πρίν φᾶνε, ἔπλυναν τά χέρια τους γιατί τρέχανε αἵματα!
[..]
Ποιός ἦταν ὅμως ὁ ἀριθμός τῶν θυμάτων στόν Μελιγαλά. Ὁ ἀκριβής ἀριθμός εἶναι ἄγνωστος. Ἡ πλευρά τῶν συγγενῶν τῶν θυμάτων ὑποστηρίζει ὅτι ἦταν πάνω ἀπό 1.000, καί παραθέτει καί πάνω ἀπό 1.000 ὀνόματα. Γιά νά ὑπολογίσουμε ὀρθά τόν ἀριθμό τῶν θυμάτων, πρέπει νά λάβουμε ὑπ'ὄψη μας ὁρισμένα ἀδιάψευστα γεγονότα. Πρῶτον, πολλοί ἐκτελέστηκαν μακριά ἀπό τόν Μελιγαλά, καί τούς ἔθαψαν σέ ὁμαδικούς τάφους στά γύρω χωριά, Μερόπη, Νεοχώριο, Σολάκιο, Ἀνθοῦσα, Οἰχαλία, Μεσσήνη, ἀκόμη καί μακρύτερα στό Δυρράχι, στά Παραδείσια, στή Βυτίνα, κ.λπ. Ἀρκετοί ρίχτηκαν σέ πηγάδια ἤ ξεροπήγαδα τῆς περιοχῆς.
Δεύτερον, τήν 15η καί τό πρωΐ τῆς 16ης Σεπτεμβρίου, ὅποιος ἀντάρτης καί καπετάνιος ἤθελε μποροῦσε νά μεταβεῖ στούς χώρους φυλάκισης ἀνά τήν πόλη καί στό Μπεζεστένι, καί νά πάρει γιά νά βασανίσει καί νά ἐκτελέσει ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπό τούς κρατούμενους. Τό ἴδιο γινόταν σε μεγάλο βαθμό την 17η Σεπτεμβρίου, καί σέ μικρό βαθμό κατά τή διάρκεια τῶν ἑπόμενων ἡμερῶν, μέχρι τήν 20η Σεπτεμ¬βρίου, πού συνεχιζόταν ἡ μεταφορά καί σφαγή τῶν ἄλλων, τῶν πολλῶν, στήν Πηγάδα (π.χ. ἰδέ μαρτυρίες Γ.Μ., Δ.Μ., Γιάννη Καραμούζη, ἱερέα Π. Παπαδόπουλου).

Λόγω αὐτῶν τῶν φόνων, στήν περιοχή γύρω ἀπό τό Μπεζεστένι κοίτονταν πτώματα, ὥστε ἡ Ἐπιτροπή Μελιγαλά κάλεσε τουλάχιστον δυό φορές κάρα νά τά πάρουν γιά ταφή. Δέν ὑπάρχει πουθενά μαρτυρία ὅτι ὅλα αὐτά τά πτώματα μεταφέρθηκαν στήν Πηγάδα. Ἀντίθετα ὑπάρχουν μαρτυ¬ρίες ὅτι τήν 16η Σεπτεμβρίου, πού συνέλεξαν γύρω στά 100 πτώματα ἀπό τήν πόλη καί γύρω ἀπό τό Μπεζεστένι, ἔγινε ταφή σέ ὁμαδικό τάφο στό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. Τό ἴδιο καί μέ τήν ἑπόμενη συλλογή, τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα πού περισυνελέγησαν πτώματα, ἔθαψαν τουλάχιστον μερικά ἀπ'αὐτά σέ μιά γράνα κοντά στό Μπεζεστένι. Τό σύνολο ὅλων τῶν ἐκτε-λεσθέντων μακριά ἀπό τήν Πηγάδα, ἀπό τούς ὁποίους πολύ λίγοι ρίχτηκαν ἐκεῖ, ὑπολογίζονται σέ 700-750.

[...]
Τά ἐκτελεστικά ἀποσπάσματα στήν Πηγάδα ἐργάζονταν συνεχῶς γιά τέσσαρες ἡμέρες, ἀπό 17 ἕως 20 Σεπτεμβρίου. Ἐκεῖ θανάτωσαν πάνω ἀπό 1.000. Τότε, τό σύνολον τῶν θυμάτων στήν περιοχή τοῦ Μελιγαλᾶ εἶναι πάνω ἀπό 1.700. Τά ὀνόματά τους δέν εἶναι μόνον ἐκεῖνα πού εἶναι γραμμένα στό μνημεῖο τῆς Πηγάδας. Εἶναι σκορπισμένα καί σέ νεκρο¬ταφεῖα τῆς νοτιοδυτικῆς Πελοποννήσου, ἐνῶ πολλῶν ἴσως δέν εἶναι ση¬μειωμένα πουθενά στήν περιοχή. Γιά γραφειοκρατικούς λόγους, τά ἑπόμενα χρόνια θύματα τοῦ Μελιγαλᾶ μπορεῖ νά δηλώθηκαν ὅτι ἔχασαν τή ζωή τους σέ ἄλλες τοποθεσίες.
[...]
Σύμφωνα μέ τήν ἔρευνά μου στά ἀρχεῖα τοῦ ΥΠΕΑ, στόν Μελιγαλά ἔχασαν τή ζωή τους 47 ἀξιωματικοί τοῦ Τάγματος Ἀσφαλείας καί 704 ὁπλίτες, σύνολο 751 ἄνδρες. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἄν τό σύνολο ἦταν πάνω ἀπό 1.700, στόν Μελιγαλά τό ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δολοφόνησε περισσότερους ἀπό 1.000 ἄμαχους! Ἀκόμη καί ἄν οἱ νεκροί ἦταν 1.154, ὅσα τά ὀνόματα πού ἔχει καταγράψει ὁ Ἠλίας Θεοδωρόπουλος, σημαίνει ὅτι ἐκτός ἀπό τούς ταγματασφαλίτες δολοφονήθηκαν καί 403 ἄμαχοι. Ὄχι ἕνας μικρός ἀριθμός, μέ ὁποιοδήποτε μέτρο σύγκρισης.

[...]
Ἡ ἐφημερίδα “Ἐμπρός” τῆς 29/8/45 ἀναφέρεται στίς τραγικές συνθῆκες διαβίωσης τῶν κατοίκων τοῦ Μελιγαλᾶ μέ τόσα μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους νεκρά, καί τά σπίτια τους ἀπογυμνωμένα ἀπό κάθε χρήσιμο σκεῦος. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἰατροδικαστική ὑπηρεσία Ἀθηνῶν προετοίμαζε τήν ἐκταφή τῶν πτωμάτων. Αὐτό ἔγινε τόν ἑπόμενο μῆνα, μέ τή συμμετοχή Διεθνοῦς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς πού ὑποστηριζόταν ἀπό τό Βρετανικό κοινο¬βούλιο. Ἔβγαλαν ἀπό τήν Πηγάδα 500 ἕως 600 πτώματα πρίν σταματήσουν τήν προσπάθεια.

Τό ἔργο τῆς ἐκταφῆς διακόπηκε γιά πολλούς λόγους. Ὁ βασικότερος ἦταν ὅτι τά πτώματα, στήν κατάσταση πού ἦταν δέν μποροῦσαν νά ἀνα-γνωριστοῦν, ὥστε νά παραδοθοῦν στούς συγγενεῖς τους. Τό ὅτι οἱ δήμιοί τους τά εἶχαν ἐκτελέσει γυμνά ἤ μέ μόνο τά ἐσώρουχά τους δέν βοηθοῦσε τήν ἀναγνώριση ἔστω καί ἀπό τά ροῦχα τους. Μετά, ἡ δυσοσμία ἦταν μεγάλη, καί λόγω τοῦ χρόνου πού ἔπαιρνε ἡ διαδικασία, ὑπῆρχε κίνδυνος μετάδοσης ἀσθενειῶν. Ἄν ἔβρεχε δυνατή βροχή, μέ τά πτώματα ἔκθετα καί στήν κατάσταση προχωρημένης ἀποσύνθεσης πού βρίσκονταν, ὑπῆρχε σοβαρός κίνδυνος μετάδοσης ἀσθενειῶν μέσω τῶν ὑδραγωγείων τῆς περιοχῆς πού τροφοδοτοῦνται ἀπό τό παραπλήσιο ποτάμι.

Στήν κακή κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκαν τά πτώματα τῶν θυμάτων εἶχε συντείνει τό γεγονός ὅτι στήν Πηγάδα, τίς ἡμέρες μετά τή σφαγή, τά στελέχη τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ τοῦ Μελιγαλᾶ εἶχαν ρίξει μεγάλες ποσότητες καυστικῆς ποτάσσας. Τό ἔκαναν γιά νά ἐλαττώσουν τή δυσοσμία πού μεταδιδόταν, ἴσως ὅμως καί γιά νά προκαλέσουν τή φθορά τῶν πτωμάτων, ὥστε νά μήν ἀναγνωρίζονται.

[...]
Αὐτά βέβαια οἱ ἀπολογητές τοῦ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δέν τά δέχονται, τά εἰρωνεύονται ὡς δῆθεν προσπάθεια κάποιων νά μήν ἀποκαλυφθεῖ ὁ “μικρός ἀριθμός” τῶν θυμάτων. Δηλαδή, γιά τούς συγγραφεῖς αὐτούς ἄν τά θύματα πού ρίχτηκαν στήν Πηγάδα ἦταν μόνο 600, καί ὄχι 1.500 γιά παράδειγμα, τό ἔγκλημα δέν ἦταν μεγάλο καί δέν ἀξίζει νά μελετᾶται οὔτε νά μνημονεύεται, ἴσως γιά νά μή στενοχωροῦνται οἱ ἀπολογητές τῶν δολοφόνων. Στούς ὑπολογισμούς τῶν θυμάτων ἀποφεύγουν νά συμπεριλάβουν τούς 700-750 πού ἐκτελέστηκαν στά χωριά γύρω ἀπό τόν Μελιγαλά καί δέν ρίχτηκαν στήν Πηγάδα, οὔτε αὐτούς πού ἔθαψαν σέ ὁμαδικούς τάφους στό νεκροταφεῖο καί σέ διάφορα σημεῖα γύρω ἀπό τό Μπεζεστένι, καί μακριά ἀπό τήν Πηγάδα. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια: