Ioannis Bougas
Το τέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος!
Απόσπασμα από το έργο μου «Η Ελληνική Βανδέα».
«Κλείνοντας το κεφάλαιο για το τέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας της Πελοποννήσου δεν μπορώ να μη σχολιάσω για άλλη μια φορά την περίεργη, έως εγκληματική και απαράδεκτη συμπεριφορά του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ως ατόμου, αλλά και ως αντιπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης για την Πελοπόννησο, με παρουσία στην περιοχή, μεταξύ 27 Σεπτεμβρίου και 17 Οκτωβρίου 1944. Επέτρεψε στον ΕΛΑΣ να παραλάβει τα όπλα των Ταγμάτων, ακόμη και τα βαρέα πυροβόλα του Τάγματος Τριπόλεως. Έδειξε απόλυτη αδιαφορία για τους τόπους θυσίας Ελλήνων, τις χιλιάδες που είχαν δολοφονηθεί από τον ΕΛΑΣ του Βελουχιώτη και τη σύμφωνη γνώμη της ηγεσίας του ΚΚΕ Πελοποννήσου. Συμπεριφερόταν πολύ φιλικά προς τον Βελουχιώτη και τον τιμούσε κάθε φορά που ομιλούσε στον λαό ή έδινε συνέντευξη σε εφημερίδα της Πελοποννήσου. Αυτή η συμπεριφορά ήταν τόσο ύποπτη και απαράδεκτη, ώστε δεν είχε κριθεί αρνητικά μόνο από Έλληνες αλλά και από πολλούς Βρετανούς αξιωματικούς. Το ανέφεραν σε τηλεγραφήματα προς τις υπηρεσίες τους, και το κατέγραψαν σε αναφορές στις υπηρεσίες τους και σε βιβλία τους.
Ο Κανελλόπουλος, ήταν υπουργός της κυβέρνησης και αντιπρόσωπός της στην Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της Συμφωνίας της Καζέρτας, «διοικούσε όλες τις ανταρτικές ομάδες, που δρούσαν στην Ελλάδα». Παρ’ όλα αυτά, στις συνεντεύξεις και τις ομιλίες του δεν έκανε ούτε ένα καταδικαστικό σχόλιο για τα εγκλήματα, ούτε είπε ένα λόγο συμπαθείας για τα θύματα. Ακόμη χειρότερα, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την απελευθέρωση των χιλιάδων αιχμαλώτων ανδρών των Ταγμάτων (στη Βυτίνα, το Γεωργίτσι Λακωνίας, τον Πύργο Ηλείας και ίσως και αλλού) και ευζώνων (στο Αγρίνιο) που κρατούσε ο ΕΛΑΣ υπό φριχτές συνθήκες, χωρίς την παρουσία Βρετανών, κατά παράβαση των συμφωνιών παράδοσης.
Αυτή η σιωπή του Κανελλόπουλου κράτησε μέχρι το τέλος του 1944. Στις 27 Δεκεμβρίου του 1944, έγινε μια σύσκεψη της ελληνικής κυβέρνησης με την ηγεσία του ΚΚΕ και άλλα πολιτικά στελέχη, υπό την προεδρίαν του αρχιεπισκόπου και αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Εκεί, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απευθυνόμενος απ΄ευθείας στη ηγεσία του ΚΚΕ, αναφέρθηκε για πρώτη φορά στα εγκλήματά τους στην Πελοπόννησο. Γι’ αυτήν την ομιλία του, έγραψε μετά:
«Κατάγγειλα εντονότατα τα εγκλήματα του ΕΛΑΣ, αναφέρθηκα στη διάβασή μου από την Πελοπόννησο και, αφού μνημόνευσα τα τραγικά πράγματα που είχαν συμβεί εκεί πριν από την άφιξή μου, ετόνισα ότι τότε «είπα την αλήθεια, αλλά όχι όλη την αλήθεια, γιατί ήθελα να σώσω τη ζωή εκείνων που δεν είχαν σφαγεί, και ήθελα επίσης, για την τιμή της Ελλάδος, να δώσω σε σας τους ίδιους την ευκαιρία της διεξόδου από το χάος των εγκλημάτων σας» [...] Σε μια στιγμή είπα του Σιάντου: «Θα μείνει εκκρεμές και αναπάντητο στην ελληνική ιστορία το τραγικό ερώτημα «όλοι αυτοί οι όλμοι και τα κανόνια που χρησιμοποιεί σήμερα ο ΕΛΑΣ κατά των Άγγλων και του ελληνικού κράτους, πώς συμβαίνει να έχουν φυλαχθεί ανέπαφα και να μην έχουν χρησιμοποιηθεί κατά των Γερμανών; Όλα αυτά τα πολεμοφόδια, είναι να απορεί κανείς πώς δεν τα εξαντλήσατε μαχόμενοι τους Γερμανούς, αφού λέτε ότι επολεμήσατε εναντίον των»1.
Τι σχόλιο να κάνω; Γιατί καθυστέρησε τόσο πολύ ο Κανελλόπουλος; Αλλά δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος! Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ήταν στην Αθήνα από τις 18 Οκτωβρίου 1944 και μέχρι τότε δεν είχε κάνει ούτε ένα σχόλιο για τα εγκλήματα των κομμουνιστών. Και οι δυό τους, δεν είχαν εκφέρει έναν λόγο συμπαράστασης στα θύματα, ούτε μια καταγγελία για τους θύτες τους. Πώς είχαν αντέξει, με όλα αυτά τα εγκλήματα που είχαν συμβεί; Ένας ξένος, ο Στρατηγός Scobie, είχε ξεσπάσει πριν απ΄αυτούς και είχε ζητήσει την απομάκρυνση του Άρη Βελουχιώτη. Αργότερα, ευρισκόμενος στην Αθήνα, ήταν πάλι ο Scobie που επιτίμησε τους κομμουνιστές κατά πρόσωπο για τα εγκλήματά τους. O Κανελλόπουλος μάλιστα ομολογεί ότι ανησύχησε για την αντίδραση των κομμουνιστών, αλλά παρενέβη ο Παπανδρέου και έφερε την ειρήνη:
«...Στις 17 Νοεμβρίου (1944) είχαμε υπουργικό συμβούλιο, που όμως διακόπηκε ξαφνικά στις εφτά, γιατί ο Σκόμπι είχε καλέσει τον Σβώλο και τον Ζέβγο σε μιά έκτακτη συνάντηση. ... Ο Σκόμπι μίλησε πολύ αυστηρά στον Σβώλο και τον Ζέβγο, τους ζήτησε ν΄ αποκηρύξουν τα εγκλήματα που κάνουν οι οπαδοί τους και κάμποσα άλλα, και προκάλεσε με τον τόνο του μιά κρίση. Ωστόσο ο Παπανδρέου κατάφερε να κατευνάσει τα πνεύματα. Έφερε το ίδιο βράδυ τους Σβώλο και Ζέβγο με τον Λήπερ και στις 18 Νοεμβρίου είχε μιά σύσκεψη με τους έξι υπουργούς του ΕΑΜ και με τον Σιάντο. Ευτυχώς η συνεδρίαση είχε καλή έκβαση...»2.
Πόσο καλή ήταν η έκβαση, φάνηκε μετά 15 ημέρες, στις 3 Δεκεμβρίου, όταν άρχισαν να σφάζουν χωροφύλακες, αστυνομικούς και αμάχους. Τότε ο Παπανδρέου και ο Κανελλόπουλος είδαν πώς λειτούργησε η πολιτική τους, του κατευνασμού του κομμουνιστικού θηρίου! Ευτυχώς που υπήρχαν και άνθρωποι σαν τον Στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, που, όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, μιλούσαν στους κομμουνιστές της Αττικής, τη γλώσσα που καταλάβαιναν.
Ειδικώς ο Γεώργιος Παπανδρέου, όπως φαίνεται καθαρά από ένα απόσπασμα υπομνήματος που παρέδωσε στον Eden λίγο πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, στις 8 Οκτωβρίου 1944, δεν υπελόγιζε καθόλου το αίμα που είχε χυθεί μέχρι τότε στην Πελοπόννησο. Υπεστήριζε ότι μέχρι τότε η απελευθέρωση γινόταν αναίμακτα, ήλπιζε ότι έτσι θα τελείωνε. Ακόμη και to 1948 συνέχιζε να πιστεύει ότι έτσι τελείωσε η απελευθέρωση, αναίμακτα! Ιδού τα λόγια του, σε κείμενο του 1948: «Την 8ην Οκτωβρίου 1944 συνηντήθην πάλιν με τον Βρετανόν ηγέτην (σ.σ. εννοεί τον Churchill) και τον υπουργόν των εξωτερικών κ. Ήντεν εις την Νεάπολιν της Ιταλίας. Εις το υπόμνημα το οποίον τους επέδωκα, προβλέπω ότι η επικείμενη απελευθέρωσις θα είναι αναίμακτος και ότι κατόπιν το ΚΚΕ θα επιχειρήσει Στάσιν. Και οι δυο προβλέψεις επαληθεύθησαν. Έγραφα: «… Ελπίζω ότι το Εθνος θα εξέλθη από την δουλείαν ομαλώς και θα συντελεσθή αναιμάκτως η Απελευθέρωσις...»3.
Μόνο λίγες ημέρες μετά την ανωτέρω συνάντηση της 8ης Οκτωβρίου, έγιναν τα γεγονότα του Μυστρά. Το αίμα που χύθηκε εκεί προστέθηκε σ΄ αυτό που είχε χυθεί μέχρι τότε στην Πελοπόννησο, από την ημέρα που άρχισαν να φεύγουν οι Γερμανοί. Γιατί ο πρωθυπουργός το αρνείτο, είναι άγνωστο. Όμως, ο πρωθυπουργός δεν απέφευγε μόνο την αναγνώριση των σφαγών που είχαν γίνει, αρνιόταν και την κατάσταση τρομοκρατίας στην οποία ζούσε πλέον η πλειονότητα του λαού της Πελοποννήσου υπό το καθεστώς της ΕΑΜοκρατίας.
Η λύση που υπήρχε για έναν κάτοικο της Πελοποννησου που είχε χαρακτηρισθεί «αντιδραστικός», μετά την αποχώρηση των Γερμανών και τη διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, ήταν να δείξει έμπρακτα υποταγή στο ΕΑΜ, και η κίνησή του να κριθεί ειλικρινής από τους «υπευθύνους» του ΕΑΜ. Πέραν αυτού, μπορούσε να καταφύγει στους Βρετανούς, και μέσω αυτών να διαφύγει στην Αθήνα. Για πολλούς, η ιστορία επαναλαμβάνετο. Είχαν καταφύγει στην Αθήνα όταν ξέσπασε η πρώτη Εαμοκρατία, μετά την αποχώρηση των Ιταλών, το 1943, επανήλθαν το καλοκαίρι του 1944, όταν η ασφάλεια είχε αποκατασταθεί με την παρουσία των Ταγμάτων, και τώρα έπρεπε να διαφύγουν πάλι, αν ήταν τυχεροί και επιζούσαν μετά και τον νέο γύρο Κόκκινης Τρομοκρατίας που έλαβε χώρα μετά την αποχώρηση των Γερμανών".
1. «Ημερολόγιο Κατοχής», Παναγιώτης Κανελλόπουλος, σελ. 734.
2. «Ημερολόγιο Κατοχής», Παναγιώτης Κανελλόπουλος, σελ. 697
3. Επιστολή του Γεωργίου Παπανδρέου, Καθημερινή, 2 Μαρτίου 1948.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου