25/9/1949. Χαρίλαος Φλωράκης και Νίκος Μπελογιάννης περνούν στην Αλβανία με το τελευταίο οργανωμένο τμήμα ανταρτών της Ι Μεραρχίας Θεσσαλίας του «ΔΣΕ»!
Είχαν κατέβει νότια από τον Γράμμο στα μεσα Αυγούστου για αντιπερισπασμό και για να περιναζέψουν τα υπολλείματα των ανταρτών και συνεργών τους από Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα. Στον έναν περίπου μήνα δράσης εκτέλεσαν πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας με δολοφονίες αμάχων και αιχμαλώτων στρατιωτών του Ελληνικού Στρατού!
Περίληψη της δράσης τους:
«...Μετά την αποτυχία των δύο Αποσπασμάτων της Ι Μεραρχίας Θεσσαλίας, το Γενικό Αρχηγείο διέταξε να κινηθεί νότια ολόκληρη η δύναμη της Μεραρχίας με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη και νέον πολιτικό επίτροπο τον Νίκο Μπελογιάννη. Η κύρια αποστολή του Αποσπάσματος ήταν να διησδύσει βαθειά στα Άγραφα, να απασχολήσει όσον το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις του Στρατού, να ανασυγκροτήσει τη ΙΙ Μεραρχία, και να περισυλλέξει τους αποκομμένους της Ι Μεραρχίας.
Στους συμμετέχοντες, όλους εθελοντές και μόνο από τις περιοχές Θεσσαλίας και Στερεάς, δόθηκε ξηρά τροφή 4 ημερών και δεύτερο ζευγάρι άρβυλα. Το Απόσπασμα είχε και 15 ημιόνους για τη μεταφορά πολεμοφοδίων, υγειονομικού υλικού και υλικών για τους δύο ασυρμάτους που μετέφερε. Το Απόσπασμα ακολουθούσαν και δύο ιατροί, ο Παναγιώτης Σκύφτης από τον Βόλο και ο Νικόλαος Ταβλάς από την Κρήτη, μαζί με μερικούς νοσοκόμους. Ξεκίνησε το βράδυ της 13ης Αυγούστου 1949, μετά από ομιλίες/χαιρετισμούς από τα στελέχη Ιωαννίδη, Μπαρτζιώτα και Κολιγιάννη, και κατόρθωσε να περάσει με επιτυχία μέσα από τις γραμμές του μετώπου του Στρατού, βοηθούμενη από ανταρτικό τμήμα που βρισκόταν στα μετόπισθεν του Στρατού.
Στις 15 του μηνός πέρασαν τον δρόμο Μετσόβου–Ιωαννίνων, ενώ πήραν και μήνυμα ότι είχε πέσει το Βίτσι. Μέχρι εκεί, μαζί με τις δυνάμεις της Ι Μεραρχίας κινήθηκε και η 159η Ταξιαρχία που στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Ήπειρο, στη Λάκκα–Σούλι για να συγκεντρώσει τους εκεί αποκομμένους αντάρτες. Στις 21 Αυγούστου 1949 έγινε αναφορά στις εφημερίδες των Αθηνών για «κομμουνιστοσυμμορία του καπετάν "Γιώτη" που έχει αποσπασθεί από τον Γράμμο». Την 23η Αυγούστου στα Πράμαντα Τζουμέρκων, με αιφνιδιαστική επίθεση σε τμήμα Στρατού κατέλαβαν άθικτες τις αποθήκες ενός Τάγματος με πάνω από ένα εκατομμύριο σφαίρες και λίγα όπλα. Οι σφαίρες ήταν για αμερικανικά όπλα του Στρατού, άχρηστες για τα βρετανικά και γερμανικά όπλα που είχε ο «ΔΣΕ», και έτσι οι αντάρτες τις κατέστρεψαν.
Μετά τα Πράμαντα, το Απόσπασμα είχε άλλη μια επιτυχία στο χωριό Μελισσουργούς, όπου ανέτρεψε μια Διλοχία Στρατού, συνέλαβε 17 στρατιώτες αιχμαλώτους και πήρε στην κατοχή του πάνω από 40 ημιόνους φορτωμένους με πολεμοφόδια και υλικά επιμελητείας του ΕΣ. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη των 17 στρατιωτών*, καθώς και των 2–3 που συνελήφθησαν στα Πράμαντα. Στη συνέχεια, το Απόσπασμα βρισκόταν συνεχώς σε κλοιό Στρατού, ΜΑΥ, Χωροφυλακής και παραστρατιωτικών, ενώ την ημέρα βαλλόταν συνεχώς από την Αεροπορία.
Στα Γιαννουσαίικα Καρδίτσας, όπου η Μεραρχία του Φλωράκη είχε δολοφονήσει ομήρους μετά την κατάληψη της Καρδίτσας, τώρα το Απόσπασμα δέχθηκε επίθεση του Στρατού και είχε θύματα. Ο ΕΣ πήρε πίσω όλους τους ημιόνους που είχε χάσει νωρίτερα, μαζί με το άλογο του ίδιου του Φλωράκη, το οποίον το εγκατέλειψε για να σωθεί. Οι εφημερίδες των Αθηνών στις 5 Σεπτεμβρίου 1949, σε ανταπόκριση από τη Λαμία, έγραψαν: «...κατεμετρήθησαν 18 νεκροί συμμορίται και συνελήφθησαν 13. Περισυνελέγησαν 41 έμφορτα ζώα ως και βαρείς όλμοι και άλλο υλικόν εγκαταλειφθέν».
Την 1η Σεπτεμβρίου 1949, και ενώ το Απόσπασμα είχε καθηλωθεί και είχε πολλά θύματα σε νεκρούς και τραυματίες, έμαθαν μέσω του ασυρμάτου τους για την πτώση του Γράμμου και τη διαφυγή των υπολλειμάτων του «ΔΣΕ» στην Αλβανία. Την επομένη πέρασαν στο ύψωμα της Βουλγάρας, όπου συνάντησαν τα υπολλείματα της ΙΙ Μεραρχίας. Προχώρησαν στην περιοχή του χωριού Βραγγιανά Ευρυτανίας και για λίγο ξέφυγαν από το κυνήγι του Στρατού και της Αεροπορίας.
Εκεί το Απόσπασμα έλαβε νέες διαταγές από το Γενικό Αρχηγείο, με τις οποίες εκαλείτο να στείλει τρία τμήματα, δύναμης 60–150 μελών το καθένα και με συγκεκριμένους αντάρτες επικεφαλής το καθένα, –τους οποίους τους ονόμασε το Αρχηγείο– στην Ανατολική Θεσσαλία, στα Χάσια–Αντιχάσια και στα Άγραφα–Δυτική Θεσσαλία. Αποστολή τους θα ήταν να συγκεντρώσουν τα μικρά αποκομμένα τμήματα της Ι Μεραρχίας, αντάρτες και αντάρτισσες που βρίσκονταν σε «λούφα», υπευθύνους βοηθητικών υπηρεσιών, αμάχους στρατολόγους, ελεύθερους σκοπευτές και όποιον άλλον επιθυμούσε να διαφύγει, και να τους οδηγήσουν βόρεια στην Πίνδο και τελικά στην Αλβανία.
Μετά την αναχώρηση αυτών των αποστολών, στις 4 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε την κίνησή του βόρεια και η διοίκηση του Αποσπάσματος με 90 περίπου αντάρτες και αντάρτισσες, υπό συνεχή καταδίωξη Στρατού και Αεροπορίας. Την 21η Σεπτεμβρίου το Απόσπασμα είχε σταματήσει να ξεκουραστεί και για απόκρυψη στη περιοχή του χωριού Πάπιγκο, στα Ζαγοροχώρια. Μια Ταξιαρχία του Στρατού τους αντιλήφθηκε και άρχισε να τους κυκλώνει. Όμως, το Απόσπασμα του Φλωράκη απέφυγε την καταστροφή από τύχη. Κάποιος ασυρματιστής του Στρατού ανέφερε την κύκλωσή του σε ανοικτή ακρόαση, το άκουσε ασυρματιστής του Γενικού Αρχηγείου του «ΔΣΕ» στο Ελμπασάν της Αλβανίας και ειδοποίησε το Απόσπασμα. Έτσι αντιμετώπισαν προετοιμασμένοι την επίθεση του Στρατού, είχαν βέβαια νεκρούς και τραυματίες, αλλά οι περισσότεροι διέφυγαν. Αλλάζοντας πορεία, κινήθηκαν Δυτικά προς τη Μουργκάνα και στις 25 Σεπτεμβρίου πέρασαν τα σύνορα και μπήκαν στην Αλβανία.
Να αναφέρω εδώ ότι εκείνη την περίοδο, αρχές Σεπτεμβρίου 1949, εξεταζόταν σοβαρά η εισβολή του Ελληνικού Στρατού στην Αλβανία, για να καταδιώξει τον «ΔΣΕ» και να ελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο, κάτι που τελικά δεν συνέβη γιατί οι σύμμαχοι ήσαν αντίθετοι στην ιδέα. Ένα σχετικό απόσπασμα συνέντευξης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλου στον ανταποκριτή του ραδιοφωνικού σταθμού του Λονδίνου: «...Η ελληνική κυβέρνησις αντιμετώπισε το ζήτημα να διατάξη τας εθνικάς δυνάμεις να καταδιώξουν τους Έλληνας συμμορίτας εντός του Αλβανικού εδάφους, αλλά τελικώς αποφάσισε να ακολουθήση την συμβουλήν των συμμάχων, οίτινες συνέστησαν, όπως η Ελλάς αποφύγη, έναντι θυσιών, μίαν τοιαύτην ενέργειαν». («Το Βήμα», 8.9.1949).
Δυστυχώς, χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία τότε να ελευθερωθεί η Βόρειος Ήπειρος. Όπως είδαμε νωρίτερα, την εισβολή του ΕΣ στη Βόρειο Ήπειρο την ανέμενε και ο Stalin, ο οποίος όμως δεν φαινόταν να σχεδίαζε καμία σοβαρή στρατιωτική αντίδραση. Απλά, είχε διατάξει τον «ΔΣΕ» να τερματίσει την Ανταρσία, ελπίζοντας να αποφύγει την εισβολή του ΕΣ στη Βόρειο Ήπειρο.
(*) Τον Χαρίλαο Φλωράκη τον ακολουθούσαν κατηγορίες από το 1947, που δρούσε στη Δυτική Στερεά ως Επίτροπος Τάγματος της ΙΙ Μεραρχίας, ότι είχε δολοφονήσει αμάχους και στρατιώτες. Τον Απρίλιο του 1954 επέστρεψε από το Παραπέτασμα επικεφαλής κλιμακίου του ΚΚΕ και δρούσε συνομωτικά στην Ελλάδα. Συνελήφθη τον Ιούλιο του 1954, και μεταξύ 1955 και 1960 δικάσθηκε δεκάδες φορές και σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Στις 14 Μαΐου 1955 δικάστηκε στη Λευκάδα με την κατηγορία των δολοφονιών στο Θέρμο Τριχωνίδος τον Δεκέμβριο του 1947. Απηλλάγη από αυτήν την κατηγορία λόγω ασάφειας των στοιχείων εναντίον του, αλλά η ετυμηγορία των ενόρκων εκρήθη πεπλανημένη. Έγινε νέα δίκη στις 13 Ιουνίου 1955 αλλά και πάλι απηλλάγη γι’ αυτό το μέρος του κατηγορητηρίου. Ακολούθως μετήχθη στον Πύργο Ηλείας, όπου δικάστηκε πάλι στις 26 Ιουνίου 1955, καταδικασθείς 12 φορές ισόβια για αυτήν την κατηγορία. Στην τελευταία δίκη, στην Αθήνα το 1960, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά παρά ταύτα τον Απρίλιο του 1966 αποφυλακίστηκε. Το ερώτημα πιστεύω παραμένει, αν δολοφονούσε αιχμαλώτους ο συγκεκριμένος καπετάνιος του ΕΛΑΣ και του «ΔΣΕ»; Ότι ο «ΔΣΕ» δολοφονούσε αιχμαλώτους στρατιώτες, «γιατί δεν είχε στρατόπεδα για αιχμαλώτους!» έχει γίνει αποδεκτό από τους τότε ηγέτες του και έχει αποδειχθεί σε πολλές περιπτώσεις.
Πηγή: "Θεσσαλία Πρωτοπόρα 1940-1949", Ιωάννης Κ. Μπουγάς, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα, 20025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου