Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015


17/11/15

Δ. Θεοδώρου: «Το αληθινό πρόσωπο της διζωνικής»

 Χρήστος Ιακώβου
 Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών
Το νεοεκδοθέν βιβλίο του πρώην υπουργού Δώρου Θεοδώρου «Το Αληθινό Πρόσωπο της Διζωνικής» (Εκδόσεις Αιγαίον) γράφτηκε αρχικώς τον Οκτώβριο του 1975. Πραγματεύεται το ζήτημα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας μέσα από πραγματικά γεγονότα και αυτούσιες δηλώσεις των πρωταγωνιστών και άλλων εμπλεκομένων πολιτικών προσώπων και μέσα από έγγραφα τα οποία δημοσιεύτηκαν χωρίς πότε να διαψευστούν.

Τότε δεν εξεδόθη αλλά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Τα Νέα». Σαράντα χρόνια μετά και δεδομένου ότι η διζωνική ομοσπονδία εξακολουθεί να κατέχει κεντρικό ρόλο τόσο στις δικοινοτικέςσυνομιλίες που συνεχίζονται όσο και στα πολιτικά δρώμενα γύρω από το εθνικό θέμα, κρίθηκε χρήσιμη η έκδοση της εργασίας αυτής σε βιβλίο, που περιλαμβάνει όχι μόνο το αρχικό κείμενο του 1975 αλλά και προσθήκες και παραπομπές που προστέθηκαν το 2015.

Παρ' όλο που το βιβλίο γράφτηκε ένα μόνο χρόνο μετά την τουρκική εισβολή και τις προσπάθειες, κυρίως από τους Βρετανούς, από τον Αύγουστο του 1974 για επιβολή της
διζωνικής ομοσπονδίας, εντούτοις ο συγγραφέας είχε ερμηνεύσει πολύ ορθώς τις επιδιώξεις και στόχους της Τουρκίας με τη δικής της εμπνεύσεως ομοσπονδιακή λύση.

Πέρασαν 41 χρόνια από τότε που το Κυπριακό Ζήτημα έλαβε το χαρακτήρα του προβλήματος εισβολής-κατοχής. Τα 41 χρόνια είναι μεγάλο χρονικό διάστημα για να κρίνει κανείς την αξιοπιστία μίας πρόβλεψης. Σε αυτό το σημείο νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την πρόβλεψη του Δώρου Θεοδώρου, ήδη από το 1975, ότι η πορεία του Κυπριακού έκτοτε δημιούργησε επικίνδυνα τετελεσμένα σε βάρος της ελληνικής πλευράς.  Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα κατεγράφησαν πολλοί κύκλοι δικοινοτικών συνομιλιών και σήμερα είναι εμφανές ότι η προοπτική επίλυσης του προβλήματος, όση μπορεί να υπάρξει, απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η Ελληνική πλευρά τους διεμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαία και σταθερά προς τις Τουρκικές θέσεις.

Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η πρακτική αυτή είχε ως πρώτο αποτέλεσμα να προσδώσει στην Τουρκία το πλεονέκτημα τακτικής που από την αρχή επεδίωξε, δηλαδή την αλλαγή του νομικού πλαισίου του προβλήματος όπως αυτό διεμορφώθη το 1974. Με άλλα λόγια η Τουρκία καταφέρνοντας να παρουσιάσει το πρόβλημα ως δικοινοτικό και όχι ως πρόβλημα εισβολής – κατοχής πέτυχε σταδιακά και μακροπρόθεσμα τον παραμερισμό των κανόνων δικαίου που στην περίπτωση αυτή σαφώς ευνοούσαν την ελληνική πλευρά. Μετά τον παραμερισμό των κανόνων δικαίου τα κριτήρια λύσης κατέστησαν κατ’ ανάγκην εμπειρικά, πολιτικά, περιστασιακά και μη υποκείμενα σε προδιαγεγραμμένους κανόνες ευθυδικίας. Μέσα στο ασαφές αυτό πλαίσιο των δικοινοτικών διαπραγματεύσεων, έξω από τη διεθνή νομική δημοσιότητα, και με την ελληνική πλευρά να μην έχει συγκεκριμένη στρατηγική, το δίκαιο του ισχυροτέρου (βλ. Τουρκία) που στηρίζεται στη λογική του στρατηγικού καταναγκασμού, μέσω εκβιασμών και τετελεσμένων γεγονότων, απέκτησε μοιραία τον πρωταρχικό ρόλο. 

Στις διεθνείς σχέσεις, η διαπραγμάτευση επί σοβαρά αντιτιθέμενων απόψεων, αν το επιδιώξει ο ισχυρός, έχει ως αποτέλεσμα την παράταση σε χρονικό μάκρος των συνομιλιών, την πρόκληση ηθικής και πολιτικής κόπωσης στο αντίπαλο μέρος, τη δημιουργία του αισθήματος του αδιεξόδου, τις σταδιακές υποχωρήσεις της αδύνατης πλευράς, εκείνης που κύρια ενδιαφέρεται και επείγεται για λύση του προβλήματος και τελικώς, την αποφυγή συστηματικών διεθνών καταδικών και πιέσεων που απορρέουν από την παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Αυτό ακριβώς επεδίωξε από την αρχή η Τουρκία. Από το συνομιλίες της Γενεύης το 1974 και εντεύθεν, η Άγκυρα πίστευε και συνεχίζει να πιστεύει ότι η αποτελμάτωση – ταυτόχρονα μέσο και σκοπός -  την ευνοεί να ξεφύγει από τα νομικά αδιέξοδα που της δημιούργησε η εισβολή και η κατοχή εδάφους ξένου κράτους. Από την πρώτη ημέρα της εισβολής, η Τουρκία επεδίωξε και πέτυχε να εξαγοράσει χρόνο. Ο χρόνος, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι το καλύτερο εργαλείο τακτικής γιατί εργάζεται υπέρ εκείνου που δημιούργησε την ανώμαλη κατάσταση και αποτρέπει τη μεταβολή της επί τα βελτίω για τον αδύνατο. Με στόχο τη διαιώνιση των διαπραγματεύσεων, και ακολουθώντας την τακτική των κατά στάδια τετελεσμένων γεγονότων, αποβλέπει στην αποτελμάτωση, στην διεθνή υποβάθμιση του προβλήματος και τέλος στην εξαφάνιση των νομικών σημείων που θα έπρεπε να επικαλείται η ελληνική πλευρά απαιτώντας αποκατάσταση της τάξης, είτε μέσα στο πλαίσιο του ΟΗΕ είτε μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα έχουν γίνει και αποφασιστεί εν ονόματι της διζωνικής ομοσπονδίας, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής μας ευθανασίας και το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά τεχνουργούνται με την απροσμάχητη ανακουφιστική εκλογίκευση της «αδήριτης ανάγκης» και του χρόνου που δήθεν λειτουργεί σε βάρος μας.

Όπως πολύ σωστά αναφέρει ο συγγραφέας στη σελίδα 89: «Τώρα είναι η ώρα για εγκατάλειψη της τουρκογενούς διζωνικής, της επιστροφής στη ρίζα του προβλήματος που είναι η κατοχή, ο εποικισμός, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η δημοκρατία και η διαφύλαξη του κυπριακού κράτους... Η εμμονή στη διζωνική με τη δικαιολογία ότι εδώ και δεκαετίες τη δεχτήκαμε... υποδηλοί στατικότητα σκέψης, φοβικά σύνδρομα και αδυναμία εκμετάλλευσης του νέου περιβάλλοντος που δημιουργείται»

Δεν υπάρχουν σχόλια: