Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Κομουνιστικά εγκλήματα.

Φρικιαστικαί λεπτομέρειαι μεταδίδονται εξ αξιοπίστων πηγών επί των ανακαλυφθέντων προ τίνος βαράθρων των ΕΛΑΣιτών εις την περιφέρειαν τοΟ Δεχουνίου (Ψωφίδος), χαρακτηρίζουσα επαρκώς διά εισέτι φοράν την εγκληματικήν δράσιν των απελευθερωτών κατά την διάρκειαν της Κατοχής.
Ούτω, συμφώνως προς τας μεταδοθείσας πληροφορίας, εξεταστική επιτροπή μεταβάσα εις Δεχούνιον, προέβη εις διαπίστωσιν των καταγγελθέντων υπό των χωρικών της περιοχής, καταρτίσασα και σχετικήν έκθεσιν, ήτις υπεβλήθη αρμοδίως. Διά της εκθέσεως ταύτης διαπιστούται η ύπαρζις τεσσάρων βαράθρων, ευρισκομένων εις διάφορα σημεία του χωρίου, εντός των οποίων υπάρχουν δεκάδες πτωμάτων εθνικοφρόνων πολιτών, εκτελεσθέντων υπό των ΕΛΑΣιτών, κατά την χρονικήν περίοδον από Ιουνίου μέχρι τέλους Ιουλίου 1944. Αλλ' ιδού πως εκτίθενται τα γεγονότα:



Το πρώτον βάραθρον ανεκαλύφθη εις την θέσιν «Στρογγυλό χωράφι» επί του όρους Αφροδίσιον και εις ύψος 1.200 μέτρων. Μέλη της επιτροπής κατελθόντα διά σχοινιού, ευρέθησαν προ φρικιάστικού θεάματος αποσυντεθειμένων πτωμάτων, σκελετών και κρανίων, ανηκόντων προφανώς εις 9 άτομα, μεταξύ των οποίων και τα πτώματα τριών γυναικών. Εκ των τελευταίων τούτων ανεγνωρίσθη υπό παρατυχόντων κατά την ανέλκυσίν των χωρικών, η Μαρία σύζυγος Γ. Αγγελακοπούλου, της οποίας η τύχη ηγνοείτο από έτους. Ο εκ Δεχουνίου 17ετής χωρικός Θ. Γεωργακόπουλος, παρουσιασθείς εις την επιτροπήν, κατέθεσεν ότι παρέστη μάρτυς των εκτελέσεων των ανωτέρω, οι οποίοι, ως είχε τότε πληροφορηθή, προήρχοντο εκ στρατοπέδου τινός της Κορινθίας. Κατά τας αφηγήσεις του, οι εκτελεσθέντες, μετεφέρθησαν εις τον τόπον του μαρτυρίου των την νύκτα της 21ης Ιουλίου 1944 και αφού απεγυμνώθησαν, εξετελέσθησαν διά πλήγματος σιδηρού οργάνου κατά της κεφαλής των. Προτού τα πτώματα ριφθούν εις το κενόν, περιήρχοντο εις την δικαιοδοσίαν ετέρου εκτελεστού, ο οποίος απέκοπτε τας καρωτίδας,..
Δεύτερον βάραθρον ανεκαλύφθη εις την θέσιν «Απιδιά» εις ύψος 1.000 μ. περί τα 15 χιλιόμετρα βορειότερον του προηγουμένου. Εκ της ερεύνης του ήλθον εις φως περί τα 60 πτώματα εκτελεσθέντων, εξ ων 4 γυναίκες. Πολλά εκ τούτων ήσαν ενταφιασμένα ενώ άλλα διετηρούντα εις καλήν σχετικώς κατάστασιν λόγω του ψύχους το οποίον επεκράτει εντός του βαράθρου εκ των σταλακτιτών.
Ο ποιμήν Κωνστ. Τσούνης, παρουσιασθείς εις τας αρχάς, ανέφερεν ότι την νύκτα της 9ης Ιουλίου 1944, γενόμενος αντιληπτός υπό των ΕΛΑΣιτών, οίτινες έφερον μεθ' εαυτών τους ανωτέρω εκτελεσθέντας, εξηναγκάσθη υπ' αυτών να υποδείξη οπήν κατάλληλον διά τους εγκληματικούς σκοπούς των. Όταν τούτο εγένετο, ο ποιμήν υπεχρεώθη να παραμείνη εις τον τόπον της εκτελέσεως, καταστάς ούτω ακούσιος μάρτυς της τραγωδίας. Οι ΕΛΑΣίται αφού απεγύμνωσαν τα θύματά των, παρέδωσαν ταύτα εις τους δημίους των. Εις εξ αυτών κατέφερε θανατηφόρον κτύπημα εις τον αυχένα και έτερος απέκοπτε τας καρωτίδας των. Επί τη θέα των πρώτων εκτελέσεων, εις εκ των κρατουμένων, αποσπασθείς αιφνιδίως των χειρών του δημίου του, απεπειράθη να δραπετεύση. Οι ΕΛΑΣίται όμως κατώρθωσαν να τον συλλάβουν και τον επαναφέρουν εις τον τόπον του μαρτυρίου του. Υπήρξε τόσον λυσσαλέα η οργή του, εκ του διαβήματος του ατυχούς τούτου θύματος, ώστε ο στυγερός εγκληματίας Δ. Καπερωνης ή καπετάν Ατρόμητος, επέπεσεν εναντίον του και διά της ξιφολόγχης του εξώρυξε τον δεξιόν οφθαλμόν. (Σ. Σ. Ο Καπερώνης συλληφθείς ήδη προ εβδομάδος, ωμολόγησε τινά των εγκλημάτων του). Ο εκ Κάτω Αχαΐας ιατρός Κανελλόπουλος προ του θεάματος, παρεκάλεσε να εκτελεσθή διά τυφεκισμού, επικαλεσθείς τον οίκτον των ΕΛΑΣιτών. Έλαβε όμως την απάντησιν: «Το τομάρι σου δεν αξίζει για μια σφαίρα».
Έτερος αυτόπτης μάρτυς, ο χωρικός Θ. Μητρόπουλος, όστις μετά του ομοχωρίου του Κ. Καλύβα επεδόθη μετά την εκτέλεσιν και την αποχώρησιν των ΕΛΑΣιτών εις την ταφήν των θυμάτων των, κατέθεσεν ότι η θηριωδία των δημίων με επί κεφαλής τον διαβόητον στρατοπεδάρχην Σιγουνίου Δ. Αργυρόπουλον, υπήρξεν άνευ προηγουμένου. Οι εκτελεσθέντες, άπαντες εθνικόφρονες, μετεφέρθησαν εκ του στρατοπέδου Σουδενών υπό αυστηράν επιτήρησιν μέχρι του τόπου της εκτελέσεως. Καθ' οδόν υπέστησαν ανήκουστα μαρτύρια, δύο δε βραδυπορούντες εξετελέσθησαν διά μαχαιρών, ενώ άλλοι εδάρησαν ανηλεώς. Μεταξύ αυτών, τρεις υπέστησαν το μαρτύριον της αποσπάσεως των ονύχων των. Δύο άλλων απέκοψαν τα δάκτυλα αμφοτέρων των χειρών. Κατά την εκτέλεσίν των, αφηρέθησαν τα ενδύματα και γυμνοί εκρημνίζοντο εις το βάραθρον εν μέσω των γόων και των εκκλήσεων εκείνων οίτινες απέμενον, αναμένοντες την σειράν των από τας χείρας των δημίων.
Η επιτροπή, τέλος, έφερεν εις φως τρία πτώματα εντός οπής εις την θέσιν «Ροτσύκια» και έτερα τρία ανατολικώτερον αυτής. Εξ αυτών, εv ανεγνωρίσθη ότι ανήκεν εις τον εκ Συρμπανίου Καλαβρύτων Γρ. Καϊάφαν. Αναφέρεται σχετικώς ότι μεταξύ των οδηγηθέντων εις τας θέσεις αυτάς προς εκτέλεσιν, συγκατελέγετο και ο εκ Πατρών 28ετής Σταυρόπουλος, ήδη εθνοφύλαξ, όστις ολίγον προ της εκτελέσεως, κατώρθωσε να δραπετεύση.
Οι κάτοικοι των γύρω χωρίων συνέρρευσαν ήδη αθρόως εις την περιοχήν των ανακαλυφθέντων βαράθρων, προθυμοποιούμενοι εις την κατάθεσιν στοιχείων και την ταφήν των ανελκυσθέντων πτωμάτων. Μεταξύ τούτων έφθασαν και πολλοί χωρικοί, των οποίων προσφιλή μέλη των οικογενειών των συγκαταλέγονται μεταξύ των θυμάτων της κομμουνιστικής θηριωδίας.
(Δημοσίευμα της εφημερίδος του Αγρινίου Καθημερινή Δράσις)
Ο διευθυντής της υποδιευθύνσεως Χωροφυλακής Αιτωλικού, ανθυπομοίραρχος Γ. Φραγκιαδάκης, συνοδευόμενος υπό του χωροφύλακος Γ. Χιόνου, μετέβη εις την θέσιν Ανάχωμα της περιοχής Κατοχής, όπου ανεκαλύφθη πελώριος τάφος πλήρης πτωμάτων. Κατά την γενομένην υπό του χωροφύλακος και των μελών της εκεί οργανώσεως X εκταφήν των πτωμάτων, ανεγνωρίσθησαν οι Διονύσιος Γαλιατσάτος εξ Ασπρογεράκον Κεφαλληνίας και Διον. Κυπριώτης, τέως αξιωματικός α.α. εκ Χιονάτων Κεφαλληνίας.
Η αναγνώρισις των πτωμάτων εγένετο υπό του μετανοήσαντος ΕΛΑΣίτου Διον. Κουλούρη, εκ Κατοχής, τέως λαϊκού επιτρόπου. Οι εκτελεσθέντες ανέρχονται εις 25—30.
Ανατριχίλαν επροξένησεν η αφήγησις του τρόπου της εκτελέσεως του Κυπριώτη. Αφού ούτος ωδηγήθη εις τα χωράφια «δι' ανάκρισιν», εκεί εκτυπήθη διά μαχαίρας. Κατόπιν, αφού έσχισαν την κοιλίαν του, έβγαλαν τα έντερά του και υπεχρέωσαν το ετοιμοθάνατον θύμα να κρατά εις χείρας του τα έντερά του και μετ' ολίγον τον εξετέλεσαν.
(Η μαύρη Βίβλος των εγκλημάτων του ΕΑΜ - Τρύφων Παπαθανασίου)
Στις 9 Απριλίου 1944, ο ΕΛΑΣ επιτίθεται εναντίον επιβατικής αμαξοστοιχίας έξω από την Κόρινθο, η οποία και εκτροχιάζεται. Στήν αμαξοστοιχία βρίσκονται και 42 αστυφύλακες και αρχιφύλακες, που πηγαίνουν στην Πάτρα, για να συμπληρώσουν την εκεί δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων. Μόλις γίνονται αντιληπτοί από τους ΕΛΑΣίτες συλλαμβάνονται και υποβάλλονται σε φρικτά βασανιστήρια. Οι μισοί απ' αυτούς εκτελούνται απάνθρωπα (13 Απριλίου) στο χωριό Ζάχωλη, και οι άλλοι μισοί σφάζονται την Κυριακή του Πάσχα του 1944, στο χωριό Σουληνάρι των Καλαβρύτων. Ο μόνος που κατόρθωσε να διαφύγει και να φθάσει αιμόφυρτος στην Αθήνα, ήταν ο αστυφύλακας Μιχ. Παπαδάς, ο οποίος όμως ξαναπιάστηκε από τους κομμουνιστές στα Δεκεμβριανά και εκτελέσθηκε απάνθρωπα στην Κοκκινιά.
Για τον τρόπο που εκτελούσαν οι ένοπλοι του ΕΛΑΣ και για την ποιότητα των ανθρώπων που χρησιμοποιούνταν σε όλη την Ελλάδα ως εκτελεστές υπάρχει συρροή στοιχείων, τα οποία πρόκυψαν από τις απολογίες που έκαμαν οι ίδιοι, όταν αργότερα -μετά την Κατοχή- ανακρίνονταν από τις Αρχές. Πρόσωπα φανατισμένα, χαμηλής πνευματικής στάθμης και αδίστακτα, χωρίς ανθρωπισμό, εκτελούσαν τα θύματά τους με αγριότητα και -το σπουδαιότερο- χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Συνέβη στον Φενεό Κορινθίας και επαναλήφθηκε αμέτρητες φορές σε ολόκληρη τη χώρα.
Για τον τρόπο εκτελέσεως έχουμε, ανάμεσα σε πολλά παρόμοια, το κείμενο της ομολογίας τριών εκτελεστών του ΕΛΑΣ, οι οποίοι έδρασαν στην περιοχή Λαμίας, όπου τον Ιούλιο του 1944, δολοφόνησαν κατόπιν εντολής, με τρόπο απάνθρωπο, τον ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, Ευάγγελο Αργύρη. Οι τρεις εκτελεστές ονομάζονται Μάνθος Γιαννακόπουλος, Γεώργιος Δεληγιάννης και Μ. Χόρμοβας. Η απολογία-ομολογία τους έγινε, το 1945, έναν ακριβώς χρόνο μετά τη δολοφονία του Ευαγγέλου Αργύρη, όταν συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην Σπερχειάδα, μπροστά στον ανακριτή. Ο Γιαννακόπουλος κατέθεσε ότι:
Τήν 18ην Ιουλίου 1944 και κατά τας απογευματινάς ώρας ελάβομεν εντολήν από τον Κωνσταντίνον Τσόνην, Γραμματέα της ακτίδος Μακρακώμης, της οποίας τα γραφεία είχον εγκατασταθή εις Λουτρά Πλατυστόμου και ο οποίος μας είπε επί λέξει, εμένα, του Γεωργίου Φέκκα και Μ. Χόρμοβα, όντων εφέδρων ΕΛΑΣιτών: «Θα πάτε στο χωρίον Βίτουλη και να ρωτήσετε ποιος είναι ο Γεώργιος Δεληγιάννης, ο οποίος είναι μέλος της ακτίδος μας και στον οποίον θα δώσετε το σημείωμα αυτό (είχε γραφή το όνομα “Ευάγγελος Αργύρης - Ενωμοτάρχης”) αυτός δε θα σας πη τι θα κάμετε, διότι ξεύρει όλη την υπόθεσι».
Ημείς οι τρεις, αφού λάβαμε τοιαύτην διαταγήν ξεκινήσαμε... Φθάσαμε στο χωρίον Βίτουλη κατευθυνθέντες εις τό φρούριον της κοινότητος, όπου και εθεωρήσαμε τα φύλλα μας...
Ο Δεληγιάννης, αφού εύρηκε τον Ευ. Αργύρην, επιστρέψας εις την οικίαν του όπου είμεθα ημείς, μας είπε: «Ακούστε παιδιά, αυτός ευρέθη, σεις δε θα μεταβήτε στη γέφυρα όπου και θα κρυφθήτε περιμένοντας να περάση αυτός, τον οποίον θα συλλάβετε, εγώ δε πιο κάτω τα 30 μέτρα από τη γέφυρα θα είμαι κρυμμένος».
Εγώ και ο Χόρμοβας πήγαμε και κρυφτήκαμε εις το υπό του Δεληγιάννη υποδειχθέν μέρος, όπου μετ' ολίγον παρετηρήσαμε να διέρχεται ένας άνθρωπος εις τον οποίον ανεγνωρίσαμεν τα χαρακτηριστικά του Ευαγγέλου Αργύρη. Αμέσως εξελθόντες της κρύπτης μας, συνελάβομεν αυτόν και τον διετάξαμεν να μας ακολουθήση. Αφού δε φθάσαμε ολίγον πέραν της γεφύρας, ο Μ. Χόρμοβας έβγαλε τεμάχιον καλωδίου σύρματος περί τους 60 πόντους και του δέσαμε τα χέρια όπισθεν και προχωρήσαμε προς το μέρος όπου είχε κρυφθή ο Δεληγιάννης.
Και αφού τον περάσαμε περί τα 5 μέτρα, εβγήκε και αυτός ακολουθώντας τελευταίος, αλλά μετ' ολίγον προσπέρασε τον Χόρμοβα και έπετο όπισθεν του Αργύρη με ένα πτύον εις το χέρι του. Τοιουτοτρόπως βαδίζοντες και όλως αιφνιδιαστικώς, ο Δεληγιάννης Γεώργιος κατέφερεν καίριον πλήγμα εκ των όπισθεν επί της κεφαλής του Ευαγγέλου Αργύρη όστις κατέπεσεν χαμαί αναίσθητος.
Ευθύς και εις την θέσιν όπου ευρίσκετο το αναίσθητον ήδη θύμα, ο Δεληγιάννης του έλυσε τα χέρια, όπου ήσαν δεμένα όπισθεν και με το ίδιον καλώδιον αμέσως τον έδεσαν στον λαιμόν και τοιουτοτρόπως ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως (στραγγαλισμός). Αμέσως μετά ο Δεληγιάννης αφού έσκαψε δύο-τρεις φτυαριές μόνος του μας έδωσε και μας το πτύον να ανοίξωμεν έναν μέτριον λάκκον, ακριβώς όσο εχρειάζετο να αποκρυβή το σώμα του δολοφονηθέντος...
 1942-1945 - Τα χρόνια της κρίσης- Κωνσταντίνος Κόκκινος
Στο πλευρό του Βελουχιώτη μάχεται και ο Γιώργος Πασοκοντονίκας, με μοναδικό σκοπό να συλλάβη τον αδελφό του Κώστα Πασοκοντονίκα, που πολεμούσε με τον λόχο του κατά των Γερμανών. Πράγματι, ανακαλύπτει τον λόχο του Κώστα Πασοκοντονίκα στην περιοχή της κοινότητος Βουλγαρελίσυ Άρτας, επιτίθεται εναντίον του και κατορθώνει όχι μόνο να τον διαλύση, αλλά και συλλαμβάνει μόνος του με τα χέρια του, ο ίδιος, τον αδελφό του. Τον αφοπλίζει, του ξηλώνει τα γαλόνια (ήταν υπολοχαγός), του αφαιρεί ακόμη την ταυτότητα και τα στρατιωτικά ρούχα, και έτσι γυμνόν τον στέλνει στο Κρίκελλο, συνοδεία δυο ανταρτών. Νικητής και τροπαιούχος πια ο Γιώργος Πασοκοντονίκας γυρίζει κι αυτός στο Κρίκελλο για ν' αρχίση καινούργιος καυγάς, καθώς επέμενε να πείσει τον αδελφό του να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ.
Την νύχτα της 2 του Νοέμβρη 1943, ο Κώστας Πασοκοντονίκας έφυγε κρυφά... Μετά από μέρες, έφθασε στήν Αθήνα. Στην Αθήνα κατέλυσε στο σπίτι του θείου του, του Δημήτρη Κατσάρη, αρχιτέκτονος, στου Χαροκόπου, οδός Αριστείδου 78. Ο αδελφός του μόλις έμαθε την φυγή του απ' το Κρίκελλο, έγινε έξω φρενών! Έθεσε σε κίνησι θεούς και δαίμονες να μάθη το κρησφύγετο... Οπότε μια μέρα ήρθε το μήνυμα, ότι ο αδελφός του έφθασε στην Αθήνα και μένει στο σπίτι του θείου του αρχιτέκτονα Δημήτρη Κατσάρη στου Χαροκόπου.
Δεν χάνει καιρό. Παίρνει την ταυτότητα του αδελφού του, βγάζει την φωτογραφία και μ' ένα έγγραφο την στέλνει στην Αθήνα στο ΕΑΜ Καλλιθέας, γράφοντας: «Ο εικονιζόμενος σ' αυτή την φωτογραφία ονομάζεται Κων/νος Πασοκοντονίκας, διαμένει εις την συνοικία Χαροκόπου, οδός Αριστείδου 78, είναι μόνιμος ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού και ακραιφνής φασίστας, ανήκων εις την οργάνωσι του ΕΔΕΣ. Διατέλεσε διοικητής λόχου εις την περιφέρειαν Άρτας, ο δε λόχος του διελύθη κατά την επίθεσι του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ. Να συλληφθή και να μεταφερθή συνοδεία στο Κρίκελλο Καρπενησιού. 15.12.1943. (Εκ του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ) (Τ.Σ.)».
Η ΟΠΛΑ Καλλιθέας στην οποία και έφθασε το παραπάνω έγγραφο, ανέθεσε την όλη υπόθεσι στην κατάσκοπο Άννα Σταυρίδου, φανατική κομμουνίστρια και όργανο του ΕΑΜ Καλλιθέας. Η Σταυρίδου, δεν άργησε ν' ανακαλύψη το θύμα της, βάσει των στοιχείων που είχε και το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 1943, παραμονές Χριστουγέννων, κατορθώνει να παρασύρη τον Κώστα Πασοκοντονίκα, τον αγνόν αυτόν πατριώτη, μέχρι τις όχθες του Ιλισσού, προσφέροντάς του δήθεν τον έρωτά της. Εκεί, λοιπόν, στις χωματένιες όχθες του Ιλισσού, την ώρα που, η Άννα Σταυρίδου, έδινε στον Κώστα Πασοκοντονίκα το φιλί του Ιούδα, ένας αλήτης της ΟΠΛΑ, πίσω του, έμπηχνε το μαχαίρι στην πλάτη του άτυχου νέου. Την άλλη μέρα το πρωί, βρήκαν το πτώμα του άτυχου νέου πάνω στο ανάχωμα του Ιλισσού.
Στις 2 Ιουνίου 1948, ο Γεώργιος Πασοκοντονίκας συνελήφθη. Είχε αποφύγει ν' αναμιχθή φανερά στο δεύτερο αντάρτικο. Κι έτσι, σαν υποψήφιος παπάς, διότι εν τω μεταξύ είχε φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή Λαμίας, ανέλαβε κατ' εντολήν των ανταρτών, ως δάσκαλος Κρικέλλου. Ερευνώντας ο στρατός την οροφή του σχολείου για τυχόν κρυμμένα όπλα, βρήκε ορισμένα χαρτιά κρυμμένα, μεταξύ των οποίων και έναν κατάλογο των αγοριών του σχολείου. Εις ερώτησιν του λοχαγού, τι σημαίνει ο κατάλογος αυτός, ο Πασοκοντονίκας απέφυγε ν' απαντήση, ούτε προσεπάθησε να δικαιολογηθή. Κατόπιν τούτου, έσπευσαν να ερευνήσουν και το σπίτι του ως ύποπτο. Εκεί ανευρέθη ημερολόγιο της Κατοχής, γραμμένο απ' τα ίδια του τα χέρια και στο οποίο ανεγράφοντο λεπτομερώς τα κατά την Κατοχήν διαπραχθέντα υπό του Βελουχιώτη και της ομάδος του εγκλήματα. Κυρίως όμως κατηγορήθη, ότι με τον ύποπτο κατάλογο των αρρένων μαθητών του σχολείου, προητοίμαζε το παιδομάζωμα, ένα απ' τα μεγαλύτερα και σατανικώτερα εγκλήματα του αιώνος μας. Ο Γεώργιος Πασοκοντονίκας, κρατούμενος εις τας φύλακας της Λαμίας καταδικάζεται σε θάνατο την 10ην Ιουνίου 1948 και την 22 Ιουνίου στήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο ατυχής Δημ. Κατσαντώνης, ένας αθώος χωρικός, ξένος και ανίδεος για όσα συνέβαιναν γύρω του, χωρίς ν' αναμιχθή ούτε με αριστερούς, ούτε με δεξιούς, ήλθε απ' το χωριό του μαζί με άλλους κατοίκους να παραλάβη τρόφιμα απ' το Κρίκελλο. Το Κρίκελλο είχε ορισθή μεταπολεμικώς, κέντρο διανομής τροφίμων της «ΟΥΝΡΑ» δι' ολόκληρο την νότιο Ευρυτανία και την ορεινή Ναυπακτία. Έτσι, ο άτυχος Κατσαντώνης βρέθηκε στο Κρίκελλο για να παραλάβη τα τρόφιμα και είχε ακόμα μεγαλύτερα ατυχία να πέση επάνω στον καπετάν Κορώζη.
Πώς λέγεσαι και από πού έρχεσαι; , τον ρωτάει ο Κορώζης.
Ονομάζομαι Μήτσος Κατσαντώνης κι ερχόμαστε απ' την Αβόρανη Ναυπακτίας για να πάρουμε τα τρόφιμα 
Εδώ που ερχόσουνα, είδες χωροφύλακες στον δρόμο; , ερωτά πονηρά ο καπετάν Κορώζης.
Ο άτυχος Κατσαντώνης, αντικρύζοντας το αγριεμένο βλέμμα του αιμοβόρου Κορώζη και σαστισμένος απ' την απροσδόκητη ερώτησι, φοβήθηκε να πη την αλήθεια:- Όχι , είπε, δεν είδα πουθενά χωροφύλακες 
Τότε, αμέσως ο Κορώζης φώναξε μια γυναίκα από την παρέα του Κατσαντώνη και έκανε την ίδια ερώτησι. Η γυναίκα, μη γνωρίζουσα την συνέχεια και περισσότερο ειλικρινής, είπε: - Είδαμε πολλούς χωροφύλακες και στρατό στη ράχη “Καράβι” 
Η ειλικρινής απάντησις της γυναίκας απετέλεσε καταδικαστική απόφασι για τον χωριανό της και δυστυχισμένο Κατσαντώνη... Έτσι ο καπετάν Κορώζης, ο ακόρεστος αυτός τύπος, άνευ άλλης διατυπώσεως, το ίδιο εκείνο βράδυ, 25 Ιανουαρίου 1947, αφού τον έσυρε τον άτυχο Κατσαντώνη με δεμένα τα χέρια πίσω, τον εξετέλεσε μπροστά στην εκκλησία του Άη Νικόλα. Δυο μαχαιριές στην πλάτη την ώρα που ο άμοιρος Κατσαντώνης φώναζε: Είμαι αθώος... Είμαι αθώος... Δεν έκανα τίποτε... Λυπήσου τα παιδάκια μου... Έχω πέντε παιδιά... Θα μείνουν ορφανά! 
Το άλλο πρωί, οι κάτοικοι Κρικέλλου βρήκαν το πτώμα του Κατσαντώνη μπροστά στον Άη Νικόλα, ριγμένο ανάσκελα, και μια χάρτινη ταμπέλλα, κρεμασμένη στο στήθος, έγραφε: Έτσι τιμωρούνται οι προδότες! 
Απεφασίσθη σε κοινή σύσκεψι των καπεταναίων Μπελή και Ερμή, να επιστρατεύσουν, ή μάλλον να απαγάγουν διά της βίας από μέσα απ' το Κρίκελλο, 25 κορίτσια. Επειδή όμως δεν θα ήταν εύκολο η σύλληψίς των, προεκρίθη η αρπαγή να γίνη από μέσα από την εκκλησία, την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Και σαν τέτοια ημέρα ωρίσθη η 25η Μαρτίου 1948. Έλειπε όμως ο εκτελεστής του σχεδίου και έπρεπε να ευρεθή ένας για να εκτελέση το ατιμωτικό σχέδιο. Ως τοιούτος, λοιπόν, εκλήθη ο Νίκος Μπαλκούρας, ο πιο φανατικός κομμουνιστής για κείνη την εποχή. Ο Μπαλκούρας, ανέλαβε πρόθυμα να εξυπηρετήση τα άνομα και ξενόδουλα σχέδια των κομμουνιστών εις βάρος της τιμής και αξιοπρέπειας του χωριού του. Συνέταξε λοιπόν έναν κατάλογο της αρεσκείας του, με 25 ονόματα και πρασεπάθησε να συμπεριλάβη εις αυτόν κορίτσια 17—19 ετών.
Στις 25 Μαρτίου 1948, ώρα 9 το πρωί, ο Νίκος Μπαλκούρας, συνοδευόμενος από 5-6 αντάρτες, έφερε μια βόλτα τον Άγιο Νικόλαο και στάθηκε στη βορεινή πόρτα της εκκλησίας. Εκεί άφησε δυο σκοπούς κι αυτός πήγε στη δυτική πόρτα. Οι εκκλησιαζόμενοι επληροφορούντο ότι απαγορεύεται να φύγουν απ' την άλλη πόρτα, αλλά μόνο απ' αυτήν που διέταξε ο Μπαλκούρας. Έτσι, σε λίγο άρχισαν να βγαίνουν οι χριστιανοί και ο Μπαλκούρας απ' τα είκοσι πέντε κορίτσια πού είχε γραμμένα στον κατάλογο, συνέλαβε στην είσοδο μονάχα τα εννέα. Τα άλλα απουσίαζαν. Γι' αυτό, ο Μπαλκούρας για να μη χάση καιρό, έστειλε αμέσως τους αντάρτες του σε δυο ομάδες να συλλάβουν τα υπόλοιπα. Αλλά, απ' την στιγμή που διαδόθηκε στο χωριό η είδησις, τα κορίτσια έσπευσαν να εξαφανισθούν από τα σπίτια τους, οπότε άρχισε άγριο κυνηγητό!
Προκειμένου νά συλληφθούν τα υπόλοιπα κορίτσια, ο Μπαλκούρας διέταξε να γίνουν δυο ομάδες ανταρτών εκ των οποίων η μία με «ξεναγό» τον Νικόλαο Σαρρή θα κατηυθύνετο προς τα «Κρετσέικα», και η άλλη με «ξεναγό» τον Επαμεινώνδα Μαστραπά προς την συνοικία «Λουκάς». Επί ολόκληρο εικοσιτετράωρο το χωριό εσπαράσσετο από τις κραυγές των συλλαμβανομένων κοριτσιών και τις κατάρες των μανάδων. Φυσικά, τα περισσότερα κορίτσια, ηρνούντο ν' ακολουθήσουν τους δημίους των. Συρόμενα διά της βίας, προς τον τόπο συγκεντρώσεως, το δράμα μεγάλωνε με την επέμβασι των μανάδων. Ιδίως στο σπίτι της χήρας Μαρίας Βότζολου, όπου η πρώτη ομάς άρπαξε και τα δυο ορφανά κορίτσια της, τόσον η χήρα μητέρα, όσο και τα δυο ορφανά, αφού στην αρχή εξήντλησαν τις παρακλήσεις και τις ικεσίες, κλαίουσαι και οδυρόμεναι, ύστερα αγρίεψαν κι αυτές, δηλώνοντας τελεία άρνησι. Τότε οι αντάρτες χρησιμοποίησαν βία και έσυραν κυριολεκτικά τα δυο κορίτσια μέχρι του σχολείου...
 Ο Άρης Βελουχιώτης και το ματωμένο Κρίκελλο - Ασημάκης Γκιούσας
Στην περιφέρεια Καλαβρύτων μείναμε ως τα τέλη Ιανουαρίου 1948. Στο διάστημα αυτό έγινε ανασυγκρότηση των τμημάτων, που είχαμε εκεί συναντήσει. Ο Μπασακίδης ετοποθετήθη διοικητής του 5ου Συγκροτήματος (Αχαΐας—Ηλείας). Επιτελάρχης του Αρχηγείου ωρίσθη ο Κανελλόπουλος. Καθιερώθη ο θεσμός του Πολιτικού Επιτρόπου. Ως τότε, τα τμήματα είχαν καπεταναίους (για την πολιτική δουλειά), τώρα ωνομάσθησαν Π.Ε. Απεφασίσθη να χτυπηθεί ο κάμπος της Γκούρας, που τα χωριά του είχαν πάρει όπλα. Τα χωριά Σιβίστα, Καλύβια κ.λπ., πριν δεν είχαν όπλα και μπορούσαν τότε τα τμήματα να μπαίνουν μέσα για τρόφιμα ή να χρησιμοποιούν τον χώρο τους στις κινήσεις των, ακίνδυνα. Πριν, όμως, από κανά δυο μήνες, ο πληθυσμός είχε οπλισθεί και έτσι εμπόδιζε τα τμήματα. Τα χωριά είχαν πάρει τα όπλα, για να αποφεύγουν τις συχνές και ελεύθερες εισόδους των ανταρτών και το βάρος της διατροφής και των άλλων ενοχλήσεων. Η ηγεσία των ανταρτών (Γκιουζέλης—Ρογγάκος) διεπίστωσαν, ότι το να πάρουν όπλα τα χωριά και να τα στρέψουν κατά των ανταρτών, σήμαινε ότι «εκβιάστηκαν» υπό των κρατικών αρχών. Γι' αυτό θα έπρεπε να σπάσουμε αυτή την «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, ώστε να τον «κρατάμε κοντά» μας. Και για να σπάσει η «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, πρέπει να εμπνεύσουμε και εμείς τον φόβο, ώστε να μην φοβάται μόνο τις κρατικές αρχές, αλλά να φοβάται και εμάς. Και για να μας φοβάται και εμάς, έπρεπε να του εμπνεύσουμε μεγαλύτερο φόβο και τρόμο. Έτσι, θα «διατηρούσαμε» τον λαό με το μέρος μας.
Οργανώθηκε λοιπόν η επιχείρηση, για να σπάσει η «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, που πριν εδέχετο τα τμήματα, τους έδινε τρόφιμα κ.λπ. Η επιχείρηση έγινε στα τέλη Ιανουαρίου, με όλα τα τμήματα και τον λόχο του Πέρδικα, που τότε είχε έρθει από την Κορινθία, όπου είχε κάνει διείσδυση για εθελοντάς και άνοιγμα χοίρου. Οι ένοπλοι των χωριών πήραν χαμπάρι και το 'σκασαν. Κλείστηκαν στην Γκούρα, όπου έμεναν εθνικά τμήματα. Στο χωριό Σιβίστα βάλαμε φωτιά από άκρη σ' άκρη. Κάηκαν περισσότερα από είκοσι σπίτια και όλα έγιναν άνω κάτω. Ό,τι μπόρεσαν πήραν τα τμήματα ή το κατέστρεψαν.

Την πυρπόληση του χωριού δεν μπορούσα να την καταλάβω. Ρώτησα τον Ρογγάκο, γιατί κάψαμε το χωριό, και αν αυτό συμβιβάζεται με τις αρχές του «αγώνα μας» και «υπερασπίζει τη ζωή και την περιουσία του λαού». Μου «αποκάλυψε» και μου ανάπτυξε τα «μυστικά» της «μαζικής ψυχολογίας». Μου είπε, δηλαδή, «ότι ο λαός μάς αγαπάει και μας υποστηρίζει. Όμως, το “φασιστικό κράτος” δεν τον αφήνει να εκδηλώσει τα αισθήματά του, και με την απειλή και τη βία, του σπάζει αυτή τη συμπάθεια, που έχει προς εμάς. Εμείς, όμως, για να τον κρατήσουμε κοντά μας, πρέπει να δείξουμε στον λαό, ότι είμαστε πιο δυνατοί και πιο επικίνδυνοι από το κράτος. Όταν ο λαός δει, ότι από μας κινδυνεύει περισσότερο, τότε δεν θα τον επηρεάζει η “βία” του κράτους, και έτσι θα διατηρεί και θα εκδηλώνει την συμπάθειά του και τα φιλικά του αισθήματα σε μας. Έτσι σπάζει η “ηττοπάθεια”. Τί διάολο», μου λέει, «εσύ πρέπει να ξέρεις από Μαρξισμό, αλλά», πρόσθεσε, «εσύ είσαι θεωρητικός, δεν ξέρεις ακόμη από εφαρμογή του Μαρξισμού στην πράξη. Θα μάθεις... Θα μάθεις...».
Από Μαρξισμό στην πράξη, ωμολόγησα όι δεν ήξερα, αλλά ισχυρίστηκα, ότι αυτές οι πράξεις, που βλέπω, είναι αντιλαϊκές και αντί να καταχτήσουμε τον λαό, θα μας κυνηγήσει. «Θα δεις», μου λέει, «ότι τα άλλα χωριά δεν θα πάρουν όπλα. Μπορεί να χάσαμε ένα χωριό, αλλά θα κερδίσουμε τ' άλλα. Αυτά λέει ο Μαρξισμός. Θα μάθεις...».
Και πραγματικά, όταν σε λίγες μέρες βαδίζαμε προς το Μαίναλο, σε όσα χωριά περνάγαμε, «έτρεχε πρόθυμος» ο κόσμος να μας δώσει ό,τι θέλαμε. Μας έδινε, γιατί οι φωτιές της Σιβίστας, του «είχανε σπάσει με την τρομοκρατία, την ηττοπάθεια». Έτσι «κατακτήσαμε τον λαό...».
Από τις πρώτες μου δουλειές, ως διαφωτιστού στον Ταΰγετο, ήταν να οργανώσω, να δημιουργήσω και να εξασφαλίσω την έκδοση και κυκλοφορία έντυπου υλικού. Από τα μέσα Φεβρουάριου 1948, άρχισα να εκδίδω δελτίο ειδήσεων πολυγραφημένο, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα και στα τέλη του ιδίου μηνός την εφημερίδα «Ταΰγετος», δεκαπενθήμερη. Κεντρική μου κατεύθυνση στάθηκε να εξασφαλίσω την κυκλοφορία του υλικού σε περιοχές που δεν ελέγχαμε. Ήθελα ν' ακούγεται και η δική μας φωνή και να μην «αφήνω τον κόσμο να παραπλανείται από τα φασιστικά ψευδή». Το έντυπο υλικό έφτανε σ' αυτές τις περιοχές με τις ομάδες «ελεύθερων σκοπευτών», τους καπαπίτες και με τα τμήματα, όσα πήγαιναν για κάθε είδους επιχειρήσεις. Το περιεχόμενο του έντυπου υλικού (προκηρύξεις, συνθήματα, τρικ, «Ταΰγετος» κ.λπ.) περιείχε τις γνωστές θέσεις μας (υπεράσπιση λαϊκών και εθνικών συμφερόντων, προστασία ζωής και περιουσίας, κ.λπ.) και καλούσε τον πληθυσμό να παίρνει θέση και να ενισχύει τον αγώνα μας. Πάντοτε το υλικό έφτανε στον προορισμό του και πάντοτε συνοδευόνταν με δράση των τμημάτων, που τα έριχναν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές, όταν μπαίνανε στην Καλαμάτα και σκοτώνανε στην ταβέρνα του Τσαούση 4—5 πολίτες, αρχές Μαρτίου 1848, νομίζω, έριχναν και προκηρύξεις, που καλούσαν τον λαό να βγει στο βουνό για να «εξασφαλίσει» την ζωή του. Δεν γνωρίζω αν οι «αριστεροί» Καλαματιανοί διαβάζανε τις προκηρύξεις, φαντάζομαι όμως πως αν δεν τις διάβαζαν, θα συνέχιζαν να ήτανε «αριστεροί» και ίσως ν' ανέβαινε και κανένας στο βουνό. Έχω τη γνώμη πως οι Καλαματιανοί, όταν θα 'κουγαν τις μπιστολιές μέσα στην πόλη, θα σταυροκοπούντο πότε να τελειώσουν και θά ηύχοντο να μην της ξανακούσουν. Κι εμείς τους περιμέναμε ν' ανέβουν στο βουνό.
Καταστρέφαμε τα υδραγωγεία των πόλεων. Η δικαιολογία ήταν πως «κάναμε πόλεμο». «Όσες πληγές ανοίγαμε στο...κράτος, τόσο το αδυνατίζαμε». Έτσι δικαιολογούσε η διαταγή την καταστροφή των υδραγωγείων. Τη νύχτα ρίχναμε χιλιάδες προκηρύξεις, τρικ, και εκκλήσεις στους εργάτες της Καλαμάτας και τους καλούσαμε να βγουν στο βουνό. Σκέπτομαι τούς προλετάριους της Καλαμάτας και την φτωχολογιά της όταν, με στεγνωμένο το λαρύγγι από τη δίαιτα, τσακισμένοι από τη δουλειά, γυρίζανε στο σπίτι τους και δεν θα 'χαν να βάλουν μια γουλιά νεράκι στο φλογισμένο στόμα τους. Ή, τι θα 'λεγε η μάνα, όταν τα παιδάκια της τής ζητούσαν, όχι ψωμί, αλλά νερό! Πόσο θα «γιγάντωνε» η πίστη αυτών των ανθρώπων στον «δίκαιο και λαϊκό» αγώνα μας! Κι εμείς κάναμε πόλεμο κατά της «ολιγαρχικής πλουτοκρατίας» και στερούσαμε την φτωχολογιά από το νεράκι. Μα ποιος τους είπε να κάθονται με τους «φασίστες»;
Θυμάμαι, κατά τον Νοέμβριο 1948, είχα βγάλει χιλιάδες τρικ και προκηρύξεις, ειδικώς για τις περιοχές, που δεν ελέγχαμε. Η ομάδα «ελευθέρων σκοπευτών» Σπάρτης, γιόμισε τον κάμπο της Λακωνίας, μέχρι και τα πρώτα σπίτια της Σπάρτης. Τον ίδιο χρόνο, η ίδια ομάδα, χτυπούσε με αυτόματα τα αυτοκίνητα συγκοινωνίας Σπάρτης—Μυστρά. Μια κοπελλίτσα 15 χρονών και κάποιος γέρος σκοτώθηκαν, και 5—6 άλλοι επιβάτες τραυματίστηκαν. Και οι προκηρύξεις λέγανε: «Ο ΔΣΕ είναι ο ελευθερωτής του λαού, βοηθάτε τους αντάρτες».
Τον Φεβρουάριο του 1948, τα τμήματα του Ταΰγετου μπήκαν στο χωρίο Σέλιτσα, που απέχει δυο ώρες από την Καλαμάτα και διακρίνεται καλά από την πόλη. Οι Σελιτσάνοι το 'σκασαν από το χωριό τους, μόλις είδαν τους αντάρτες. Φύγανε όπως βρίσκονταν. Οι αντάρτες δεν βρήκαν κατοίκους. Βάλανε φωτιά σε 15—20 σπίτια. Οι Καλαματιανοί είχαν όλη την άνεση να καμαρώσουν το «ανοικοδομητικό» μας έργο... Οι Σελιτσάνοι, κρυμμένοι στα ρουμάνια, παρακολουθούσανε με αγωνία τις φωτιές. Τα τμήματα, φεύγονιας, είχαν κολλήσει και διαφωτιστικό υλικό στα μαυρισμένα ντουβάρια του χωριού... Περιμέναμε να κάνουμε το χωριό «δικό» μας, ή τουλάχιστον να μην οπλισθούν οι Σελιτσάνοι... Δεν ξέρω, αν μετά από αυτό οι Σελιτσάνοι δεν πήραν, όχι όπλα, αλλά κανόνια. Για μας, ήτανε «αντιδραστικό» χωριό. Τον Σεπτέμβριο 1948 κάψαμε όλο σχεδόν το χωριό Γαϊτσές. Ό,τι βρέθηκε στο χωριό εξοντώθηκε. Κάποια γρηά και δυο-τρεις γέροι. Κι αυτό ήτανε...«αντιδραστικό» χωριό.
Στα τέλη Φεβρουάριου ή αρχές Μαρτίου 1948, τα τμήματα του Ταΰγετου χτύπησαν έναν λόχο Εθνοφρουράς στο χωριό Βορδώνια Λακωνίας. Είναι γεγονός, ότι οι εθνοφρουρίτες δεν πολέμησαν και τόσο. Οι παληοί αντάρτες, λίγο πολύ, εφάρμοσαν τις δικές τους αντιλήψεις κατά τη μάχη. Σκότωσαν και εθvoφρουρούς, που παραδόθηκαν. Χάρισαν όμως και σε πολλούς την ζωή. Στο χωριό Αρτεμισία Αλαγωνίας, έφεραν 25—30 αιχμαλώτους. Έπρεπε τα χωριά της Αλαγωνίας να δουν τη νίκη μας. Από τους αιχμαλώτους, οι περισσότεροι ήταν παληοί ΕΛΑΣίτες, ΕΑΜίτες, κομματικοί. Ξεδιαλέχτηκαν 5—6 εθνοφρουρίτες και τη νύχτα εξαφανίστηκαν. Εκτελέστηκαν έξω από το χωριό. Καμμιά 10—12 την άλλη μέρα «δήλωσαν εθελοντική» κατάταξη. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν να καθήσουν, παρ' όλον ότι είχαν «μυρισθεί την τύχη» των άλλων. Τους επέτρεψε το Αρχηγείο να φύγουν. Όσοι «προσεχώρησαν», υπέγραψαν και μια προκήρυξη προς τους εθνοφρουρούς, που τους καλούσαν να τούς ακολουθήσουν». Όσοι αφέθησαν ελεύθεροι, η διοίκηση είχε την γνώμη, ότι θα ήταν ζωντανό παράδειγμα, να «πείσουν» και τους άλλους εθνοφρουρούς, ότι εμείς «δεν» τούς χαλάμε.
Η εκτέλεση των εθνοφρουρών κρατήθηκε «μυστική». Οι χωριάτες, όμως, βρήκαν την άλλη μέρα σε κάποια χαράδρα τα πτώματα των εκτελεσθέντων. Τέτοια θεάματα, συνήθως, ο λαός δεν τα κρατάει μυστικά. Η Διοίκηση, όμως, με τη «λύση», που έδωκε, νόμιζε ότι ούτε οι εθνοφρουροί θα μάθαιναν την «περιποίηση», ούτε ο πληθυσμός. Όταν έμαθα αυτό το περιστατικό, είπα στον Χρ. Κώνστα, επίτροπο τότε του Ταΰγετου, ότι δεν έπρεπε να σκοτωθούν οι εθνοφρουροί. Μου είπε ότι επρόκειτο περί  εγκληματιών.
Τότε , του τόνισα ότι,θα 'πρεπε να περάσουν από ανταρτοδικεΐο, για να πεισθεί και ο πληθυσμός ότι, πράγματι, ήσαν τέτοιοι 
Γράψε λάθος , μου είπε.
 Να γιατί σας πολεμώ - Γιάννης Καραμούζης

χασάπηδες του ΚΚΕ,
Για το τελευταίο που θα μπορούσε να κατηγορήσει κάποιους τους χασάπηδες του ΚΚΕ, είναι η έλλειψη φαντασίας. Το θύμα έχει «ξαλαφρωθεί» από την καρδιά και το ένα του μάτι...

Κάθε μέρα βασανίζονταν οπωσδήποτε δύο κρατούμενοι. Δεν έχουν φαίνεται ύπνο τη νύχτα οι συναγωνιστές και θέλουν να περάσουν την ώρα τους. Ξέρουμε λοιπόν πότε θα έλθη η σειρά μας. Κάθε δέκα πέντε μέρες πρέπει να προδιαθέσουμε τον εαυτό μας για το δωμάτιο των βασανιστηρίων.
Σήμερα έχει σειρά μια κοπέλλα από την Πάτρα, η Ξανθή Πολιτικού. Τις γυναίκες δεν τις είχανε δεμένες.
«Έλα, γόησσα», της φωνάζει ο Τζαβέλλας, «έβγα να σε πάω περίπατο!».
Της έχουν φορέσει μια στρατιωτική κυλόττα και την βγάζουν στην αυλή. Τί νομίζετε ότι της έκαναν; Κάλεσαν και τον αρχηγό τους τον Βελουχιώτη να παρακολουθήση το θέαμα για να ψυχαγωγηθή!
Είχαν βρη μερικά μικρά ποντικάκια, και τα ρίξαν μέσα στην κυλόττα της! Φαντασθήτε τώρα τον τρόμο αυτής της κοπέλλας και τις φωνές της! Είχαν κάνει κύκλο γύρω της και την πετούσαν ο ένας στον άλλον και έτσι διασκέδαζαν οι υπάνθρωποι. Εν τω μεταξύ, η φωνή του Άρη τους σκέπαζε όλους. Γελούσε μ' ένα γέλιο σαρδώνιο.
Μετά από την πρόχειρη αυτή ψυχαγωγία, την παίρνουν στο δωμάτιο των βασανιστηρίων και η άμοιρη κοπέλλα, υστέρα από λίγο βγαίνει, χωρίς κανένα νύχι στα δάκτυλά της. Της τα είχαν βγάλει όλα! Λιπόθυμη μεταφέρεται στο κελλί της κι έτσι έκλεισε κι αυτή τη σειρά της, γι' αυτό το δεκαπενθήμερο...
Αφού μας εβασάνισαν επί ώρες οι μαυροσκούφηδές του, τότε ο Βελουχιώτης, θέλοντας να ψυχαγωγηθή, λέγει στον Αστρίτη, που ήταν και παληός συμμαθητής του: «Έλα, Αστρίτη... Θέλω και λίγη διασκέδαση, θέλω να μου χορέψης ένα ρεμπέτικο!».
Φαντασθήτε τώρα ένα ανθρώπινο ράκος, που δεν μπορεί να σταθή στα πόδια του, να το υποχρεώνη να χορέψη.
«Έλα, βρε Θανάση», του έλεγε ο καημένος ο Ζαφειρόπουλος, «δεν ντρέπεσαι, δεν σκέπτεσαι ότι είμαστε κάποτε φίλοι και καθόμασταν στο ίδιο θρανίο; Δεν έχεις μέσα σου στάλα ανθρωπισμό; Γιατί με βασανίζεις έτσι; Μπορώ εγώ, έτσι που με κατάντησες, να σου χορέψω ζεϊμπέκικο;».
Εξαγριώθηκε το κτήνος, ο μέλλων αρχηγός του ελληνικού κράτους! Σηκώνεται, παίρνει ένα σφυρί και του λέει: «Τώρα θα δης Αστρίτη, πως φέρνεται ο Άρης, έστω και στους φίλους του, όταν του γίνονται εμπόδιο στο έργο του»... Πλησιάζει τον Αστρίτη και αρχίζει να του σπάζη τα δόντια ένα-ένα!
«Χορεύεις τώρα, ή όχι;», του φωνάζει άγρια. «Σε λίγο θα σου βγάλω και τη γλώσσα με την τανάλια, για να μάθης να μιλάς!».
Έτσι, ο άμοιρος Ζαφειρόπουλος, ή Αστρίτης, σέρνοντας το πληγωμένο του κορμί και γεμάτος αίματα στο πρόσωπο, άρχισε...να χορεύη ζεϊμπέκικο!
Σημάδι από βασανιστήρια του Άρη ΒελουχιώτηΈχουν περάσει τέσσερες ώρες. Κοντεύει να ξημερώση. Προσπαθούν να μου αποσπάσουν διάφορες ομολογίες...
Τέλος, έρχεται και ο Βελουχιώτης και μου λέει: «Βρε Μουτούση, συ έχεις σπουδάσει σε σχολή των Άγγλων για ν' αντέχης. Εγώ όμως έχω σπουδάσει στη Μόσχα και θα δης, ότι στο τέλος θα νικήσω και θα σου λύσω τη γλώσσα! Φσυσέκη», φωνάζει έναν μαυροσκούφη, «για φέρε μου το αμόνι! Είναι έτοιμο;».
Αμόνι, ήταν ένα σίδερο που το μεταχειρίζονται ο! τσαγκάρηδες. Αυτό λοιπόν, το σίδερο, αφού το 'βαλαν στη φωτιά και κοκκίνησε, το παίρνει ο Άρης στα χέρια και δείχνοντάς το, μου λέει: «Το βλέπεις, Μουτούση; Αυτό λύνει και γλώσσα μουγκού! Λοιπόν, τί λες; Θα μου πης όλους τους συνενόχους σου;».
Εγώ δεν είχα τη δύναμη ούτε να μιλήσω. Η θέα του κοφτερού και κόκκινου σίδερου με παρέλυσε.
«Εμπρός άτιμε, ετοιμάσου να σε σφραγίσω». Ο αιμοσταγής αρχηγός, αυτόν που έστειλε το κόμμα στην Πελοπόννησο, με αρπάζει από τα μαλλιά, με γυρίζει προς τα κάτω και μου κολλάει το καυτό σίδερο στην αριστερή μου πλάτη!
«Να δης πως την λύνω εγώ τη γλώσσα σου και αν τελικώς δεν την λύσω θα σου την κόψω πούστη!».
Το καταραμένο μαύρο δωμάτιο, εγέμισε από κνίσσα της καμμένης σάρκας μου.
Δεν άντεξα· έπεσα λιπόθυμος. Δυστυχώς για μένα, διότι ο λυσσασμένος αρχηγός ενόμισε φαίνεται ότι το έκαμα επίτηδες και μου κολλάει για δεύτερη φορά το καυτό σίδερο στη δεξιά μου μασχάλη, και ως φαίνεται αφού πρώτα διεπίστωσε ότι ήμουνα πράγματι λιπόθυμος, τότε με άφησε, και αναίσθητο με μετέφεραν στο κελλί μου.
Δεν είναι μύθος! Δεν είναι φαντασία... Δεν είναι λόγια κενά: Το «μετάλλιο» αυτό του Άρη Βελουχιώτη, και πολλά άλλα, είναι στη διάθεσι όποιου τυχόν άπιστου Θωμά θελήσει να δη και να πιστέψη!
 Και διηγώντας τα να κλαις - Νικόλαος Μουτούσης
27 Μαρτίου 1944. Μέσ' από το πυκνό σύδενδρο προβάλλει καινούργια εσοδεία μελλοθανάτων. Τους φέρνει ο Τζαβέλλας. Κι είναι γιομάτος χαρά γιατί κατόρθωσε ν' αρπάξη από το φιλήσυχο χωριουδάκι Ταγγαράδες, έξη οικογενειάρχας. Κινητοποίησε μάλιστα ολόκληρη βαρειά οπλισμένη διμοιρία που τον ενίσχυσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ μ' άλλους σαράντα άνδρες. Ο Γεροδήμος ολόχαρος... Καυχάται πως αυτός μαζί με άλλους πιστούς του χωριού, έφεραν την...«αντίδραση»: Τον πρόεδρο του χωριού Γιώργο Λιαρνακόπσυλο, τον Αντώνη Δαλγτζόγλου πατέρα 5 παιδιών, τον Γιάννη Κιουράνη πατέρα τριών παιδιών, τον Αλέκο Κοντοπίδη και τον γιατρό Γιώργο Xατζηχρήστου... Τους πηγαίνουν στη διοίκηση του τάγματος. Με κλωτσιές και χαστούκια τους συνοδεύει ο Γεροδήμος. Διατάζει ν' αρχίσουν αμέσως οι ανακρίσεις, κάμνοντας εξαίρεση στη συνηθισμένη τακτική του. Τους άλλους κρατουμένους, ως τώρα τους κρατούσε λίγες μέρες υποδίκους. Μ' αυτούς όμως βιάζεται να τελείωση όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Τους πάνε στη χαράδρα, 100 μέτρα μακρυά από τη διοίκηση. Τους ξεγυμνώνουν. Κι ο Γεροδήμος όλο και παρακινεί, όλο κι ερεθίζει τους εκτελεστάς... Τα συρματόσχοινα και τα κοντάκια στήνουν χορό στην πλάτη των δύστυχων χωρικών. Κείνοι αγόγγιστα δέχονται όλα, μα δεν μιλούν. Του κάκου, ώρες τώρα, μανιασμένος ο Γεροδήμος προσπαθεί να τους λύση τη γλώσσα. Αποκαμωμένος, δίνει τη θέση σ' άλλον. Κι ο καπετάν Τρομάρας, ο κοντός αρχιδήμιος, μ' έναν πήχυ μπόι, μάτια μικρά, φρύδια σμιχτά στρίβοντας, όπως συνήθως, τα τσιγγελωτά του μουστάκια, ανασκουμπώνεται και σαν λυσσασμένος αρχίζει μ' ακατάπαυστες βουρδουλιές στις πλάτες, στο πρόσωπο, στην κοιλιά να χτυπάη τον πρόεδρο Λιαρνακόπουλο Γιώργο...
Κι ο λαϊκός αυτός ιεροεξεταστής δεν ξέρει πια τι κάνει. Κλωτσιές στην κοιλιά, τούφες τα μαλλιά ξεριζωμένα στις χούφτες του, ψαλλίδισμα αυτιών, ισοπέδωση της μύτης, ξυλιές και βουρδουλιές στην πλάτη, στο πρόσωπο... Αγριεμένος ο Γεροδήμος βγάζει το μαχαίρι του και του κόβει τη φύση του, την τοποθετεί στο ματωμένο στόμα του, λέγοντας με σαρκασμό: «Κάπνισε σκυλί το πούρο του Τσώρτσιλ σας. Τραγούδησε τραγούδια εθνικιστικά». Και δίνοντας και τα υπόλοιπα δύο γεννητικά του όργανα στο χέρι: «Ρίξε τα ζάρια για να δης αν θα 'ρθη ο βασιλιάς σου ο βους»... Ένας σπαραξικάρδιος σπαραγμός, μια γκριμάτσα αζωγράφιστου πόνου, ένας ξεψυχισμένος ψίθυρος και σωριάζεται με γδούπο στην αιματόβρεχτη λάσπη.
Δύο αντάρτες από τους Ταγγαράδες διατάσσονται να «περιποιηθούν» τον συγχωριανό τους γιατρό Γιώργο Xατζηχρήστου. Αρχίζουν με δισταγμό, μουδιασμένοι... Ο γιατρός είχε σώσει το άρρωστο παιδί του ενός και του αγόρασε όλα τα φάρμακα, επειδή δεν είχε χρήματα... Στην ψυχική κατάσταση που βρίσκονται, συγκλονίζομενοι απ' αντίθετα ρεύματα αισθημάτων, δεν στοχάζονται δίπλα τους την παρουσία του καπετάν Τρομάρα: «Χαρτογιακάδες... Κρίμα στη διαφώτιση. Μηδενικό στις εξετάσεις που δώσατε σήμερα. Χωριανοί σας. Και ύστερα; Σ' έσωσε ο γιατρός. Και μετά; Ο Νίκος ρε ο Ζαχαριάδης, καθάρισε με τη φαλτσέτα τον αδελφικό του φίλο, τον Γεωργοπαπαδάτο κι εσεις μου σπλαχνίζεσθε τούτον τον λιμοκοντόρο; Φτου σας, να μου χαθήτε. Τσακισθήτε να μην αρχίσω από σας».
Οι αντάρτες φεύγουν περίτρομοι... Μόνος τώρα ο Τρομάρας στριφογυρίζει νευρικά γύρω από το θήραμά του... Βγάζει από την τσέπη του έναν μικρό σουγιά. Πλησιάζει, πιάνει τον λάρυγγα του γιατρού. Κείνος αποτραβιέται...
«Φοβήθηκες γιατρέ, απ' αυτό το μαχαιράκι; Και τί μπορεί να κάνη αυτό; Είν' ακίνδυνο. Μην το φοβάσαι. Δεν μοιάζει με τα νυστέρια που ξέρεις». Κι επαναλαμβάνει την πρώτη του χειρονομία. Το σουγιαδάκι ξεγδέρνει το δέρμα του λάρυγγα. Ο γιατρός τινάζεται.
«Λίγη ανατομία γιατρέ. Πες μου την ονοματολογία, καθώς θα προχωρώ. Θέλω να μάθω όλα εκείνα τα μέρη του σώματος, μες απ' τα οποία βγαίνει η φωνή της αντίδρασης. Δεν θα πονέσης. Πώς σπούδασες εσύ; Πονούσαν οι νεκροί σου;». Και χώνει τον σουγιά ξανά...
Ένα μικρό στρώμα κρέατος αποσπάσθηκε άπό τον λαιμό. Ο γιατρός αγωνίζεται να ξεφύγη από τον σφαγέα του. Εκείνος ξαναμπήγει τον «ακίνδυνο». Σχεδόν μισοκόπηκε ο λάρυγγας. Πνιχτές κραυγές πόνου. Χαιρέκακα ο δήμιος γελά. Δένει πισθάγκωνα τα χέρια του γιατρού. Και τον στηλώνει στο βαθούλωμα του κορμού ενός δένδρου. Άλλο μαχαίρι βγάζει τώρα από τη ζώνη του. Δίκοπο και μακρόστενο. Μ' ένα σάλτο το χώνει με δύναμη βαθειά μεταξύ ώμου και λαιμού. Και τ' αφήνει δίχως να το βγάλη. Πίδακες το αίμα κι εκείνος γελά σαρδώνια. Ο γιατρός σφαδάζει, το αίμα τρέχει κι ο Τρομάρας ανάβει το τσιγάρο του ήσυχα-ήσυχα και καπνίζει...
«Ε, τώρα», ακούεται ο Τρομάρας πετάζοντας τη γόπα του, «καιρός να πηγαίνης στα μπαλσαμωμένα σου». Κι αστραπιαία το μαχαίρι αλλάζει θέσι. Ένα άλλο ρυάκι αίματος πλημμυρίζει το υπόλοιπο σώμα. Η καρδιά είν' η πηγή του... Ένας σωρός αιμόφυρτος στου δένδρου τη ρίζα.
Στριγγή η φωνή του Τρομάρα: «Τους άλλους, τους άλλους. Φέρτε μου κι αυτούς, τώρα που άναψε το γλέντι...».
 Η προδομένη αντίσταση - Χρήστος Καραγιάννης
Πορεία αόπλων Ρούμελης... Πρόκειται για το γνωστό, σημαντικό και ιδιότυπο επίτευγμα του ΔΣΕ· για την «πολυθρύλητη» πορεία από τη Ρούμελη προς τον Γράμμο, 1200 αόπλων μαχητών* επί 42 μέρες, μέσα σε λάσπες, νερά, με κρύο και πείνα, κάτω από τα πυρά του εχθρού, τις ενέδρες, τα τανκς, τ' αεροπλάνα... Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να έχει και ένα αναμενόμενο μεγάλο κόστος σε νεκρούς, αγνοούμενους και λιποτάκτες -300 συνολικά. «Ουδείς ψόγος», λοιπόν, για την έκταση των απωλειών.
Στο εγχείρημα όμως αυτό υπάρχει και μια ενέργεια του επικεφαλής της πορείας (Γούσια) που δεν επισφραγίζει μόνο τον επιβεβαιωμένο, άλλωστε, και από άλλα εγκλήματα βάρβαρο χαρακτήρα του προσώπου αυτού, αλλά αποδείχνει, γενικότερα, πόσο ελάχιστα μετράει η ζωή των αγωνιστών για την ηγεσία του σταλινικού ΚΚΕ.
Συνέβηκε το εξής αποτρόπαιο γεγονός, που κατάγγειλε μ' έκθεσή του προς τον Ζαχαριάδη ο ταγματάρχης του ΔΣΕ, Μανασής Χάρης, που πήρε μέρος στην πορεία. Την έκθεση την έφερε στη δημοσιότητα ο Βασίλης Έξαρχος, βετεράνος αγωνιστής, επαναπατρισμένος από την Τασκένδη.
Στη διάρκεια της πορείας των άοπλων (που προστατεύονταν από ένοπλα τμήματα) υπήρχαν -όπως σε κάθε πορεία- αρκετοί βραδυπορούντες. Αμάθητοι από πεζοπορία μεγάλης διάρκειας, ξυπόλητοι, πεινασμένοι κι εξαντλημένοι, δεν κατάφερναν να κρατούν πάντα στενή επαφή με τους προπορευόμενους κι αποκόπτονταν από τη φάλαγγα. Γεγονός πως οι βραδυπορούντες αυτοί δημιουργούσαν σοβαρό πρόβλημα. Υπήρχε πιθανότητα να πέσουν στον εχθρό, να δώσουν στοιχεία για τη φάλαγγα και την κατεύθυνση της πορείας της. Υπήρχε όμως και τρόπος ν' αντιμετωπιστεί η περίπτωσή τους: Στην έκθεσή του, ο ταγματάρχης υποδείχνει ότι μπορούσαν να βάλουν τους βραδυπορούντες σε σπηλιές με μια μικρή φρουρά, μ' εντολή να μην κάνουν εμφανίσεις πριν περάσουν 15 μέρες -όσο η φάλαγγα θα έφτανε σε ασφαλές μέρος.
Ο Γούσιας όμως επέλεξε την...«εύκολη» λύση: «Σκοτώνετέ τους!», διέταξε στα κρυφά, από το ξεκίνημα ακόμα της φάλαγγας. Και σκότωναν τους βραδυπορούντες.
[* (σ.σ.) Πρόκειται για βιαίως επιστρατευθέντες (ακόμη και γυναικόπαιδα) από τον ΔΣΕ, που αρπάχθηκαν απ' τα χωριά τους. Ο καπετάν Πέτρος Ανταίος (Σταύρος Γιαννακόπουλος), σε συνέντευξή του στη ΝΕΤ («Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα», 17/2/2000), έδωσε διαφορετικούς αριθμούς, τόσο των συνολικών αρπαχθέντων, όσο και των νεκρών: «Ένα από τα δραματικότερα περιστατικά που έζησα στον Εμφύλιο, που ήταν ελληνοελληνικός πόλεμος, άρα τραγωδία, ήταν αυτή η α­φάνταστη πορεία 1.300 παιδιών από δεκατέσσερα, δεκαεννέα, είκοσι χρονών, από τη Βραχιά της Ευρυτανίας, να βγουν στον Γράμμο... Από τα 1.300 παιδιά, φτά­σανε απάνω γύρω στα 300. Σακατεύτηκαν 1.000 παιδιά! Ο ανθός της νεολαίας της Ρούμελης, ο οποίος φυσι­κά δεν ήταν αγωνιστές, ώριμοι· οι πε­ρισσότεροι ήταν επιστρατευμένοι από τα χωριά που έμειναν και τα μάζεψε ο Γούσιας, κορίτσια και αγόρια...».]
 Γιατί με σκοτώνεις σύντροφε; - Θωμάς Δρίτσιος

οι κομμουνιστές έσφαξαν τον πατέρα του
Κωνσταντίνος Λώζος, 15 ετών, από το Καρπενήσι. Έχασε τα λογικά του, από την ημέρα που οι κομμουνιστές έσφαξαν τον πατέρα του, μπροστά στα μάτια του...

Ελληνόπουλα του Παιδομαζώματος στη ΡουμανίαΠολλά εγράφησαν απ' την προπαγάνδα του ΚΚΕ, πολλά ελέχθησαν απ' τους ραδιοσταθμούς στο Παραπέτασμα, πολλοί λόγοι εξεφωνήθησαν σε διεθνείς συνεδριάσεις και πολλές κι «επιμελημένες» φωτογραφίες βγήκαν, διά να παραστήσουν τη ζωή των παιδιών στο Παραπέτασμα ως «ζωή παραδεισένια», ζωή που «ούτε στον ύπνο τους δεν είδαν τα παιδιά», ζωή σε χώρες που «ρέει μέλι και γάλα» και όπου τα παιδιά «κολυμπούν στην ευτυχία...».
Είχε χαθεί κάθε αίσθημα του πραγματικού και είχε εκλείψει τελείως η εντροπή από ανθρώπους, «κόμματα» και «κυβερνήσεις», οι οποίοι, αν και ήξεραν και έβλεπαν, ότι όχι απλώς δεν περνούσαν καλά τα παιδιά, αλλά κινδύνευαν πολλές φορές να εξαφανισθούν ομαδικά, εν τούτοις δεν εδίσταζαν να παρασιάζουν τη ζωή των παιδιών «ευτυχισμένη» και «παραδεισένια».
Στα παιδιά «προσεφέρθησαν» ως κατοικίες, αλλού σταύλοι (Αλβανία, σταύλους που είχαν κατασκευάσει οι Ιταλοί), αλλού πρώην στρατόπεδα συγκεντρώσεως αιχμαλώτων (Μπουρνώ Τσεχοσλοβακία, στρατόπεδον συγκεντρώσεως αιχμαλώτων), αλλού στρατώνες του παληού καιρού (Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Βουλγαρία), όπου συγκεντρώνουν όχι 100 ή 200 παιδιά, αλλά 1.000, 2.000 και 4.000 έως 4.500, αλλού μοναστήρια (Βουλγαρία), αλλού χάνια και αλλού καπνομάγαζα (Βουλγαρία). Εκεί τα παιδιά διαμένουν όχι προσωρινά, αλλά διά ένα, δύο, ακόμη και 10 χρόνια!
Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες τα παιδιά άλλαζαν εσώρουχα σε 15 μέρες. Ούτε σπάνιο το ότι γεμίζανε ψείρες! Ούτε κρυφό, ότι η ψώρα ήταν μόνιμο φαινόμενο διά πολλά χρόνια στην Βουλγαρία και Αλβανία (το μαρτυρούν επίσημες εκθέσεις). Ούτε ότι ο τύφος θέριζε κατά ομάδες τα παιδιά (στη Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία), η οφθαλμία μάστιζε 10 χρόνια τους παιδικούς σταθμούς Ουγγαρίας και η οστρακιά και η διφθερίτις τις παιδοπόλεις (των 4.500 παιδιών) στην Πολωνία. Ούτε είναι μυστικό, ότι σε παιδοπόλεις της Ρουμανίας με χίλια και δυο χιλιάδες άτομα, τα παιδιά ψάχνανε στα σκουπίδια να βρούνε κοτσάνια από λάχανα δια να συμπληρώσουν την τροφή τους, ούτε θα ξεχασθή ότι στους παιδικούς σταθμούς Βουλγαρίας δίδονται ως πρόγευμα στα παιδιά ένα καρότο ωμό ή δυο μουχλιασμένες πατάτες, ούτε θα αμφιβάλλουν οι κουκουέδες ότι στην Κραϊόβα της Ρουμανίας κάναμε εράνους δια να συγκεντρώσουμε ψωμί διά 300 παιδιά εργαζόμενα που είχαν γίνει ελεεινά απ' την πείνα, ούτε θα ξεχασθούν οι συνεδριάσεις που κάναμε με τους υπευθύνους Βουλγάρους, διά να αντιμετωπίσουμε το κύμα των κλοπών και των ληστειών που γίνονται στο Μπότεβγκραδ της Βουλγαρίας από 500 παιδιά, που «λιποτακτούσαν» απ' την παιδόπολι και ημέρες ολόκληρες, γύριζαν στα δάση κλέβοντας απ' τους αγρότες μελίσσια και γουρονόπουλα, διά να φάνε!
Το δε πρόβλημα της υγιεινής περιθάλψεως και γενικά των μέτρων προστασίας των παίδων, ποτέ δεν ελύθη ικανοποιητικά. Ένας απολογισμός των θανάτων που επήλθαν στο Παιδομάζωμα σε διάστημα δύο σχεδόν ετών, μας δίδει πλήρη εικόνα των μέτρων προστασίας της ζωής των παιδιών, στο Παραπέτασμα.
Σε διάστημα λοιπόν, δύο ετών, πέθαναν περισσότερα από 150 παιδιά. Απ' αυτά, 15 περίπου από δυστυχήματα (πνίγηκαν, έπεσαν από παράθυρα και σκοτώθηκαν, ποδοπατήθηκαν και πέθαναν κατά την μεταφοράν τους μέσα στα αυτοκίνητα, σκοτώθηκαν από αυτοκίνητα, ένα σκοτώθηκε διότι έπεσε η ντουλάπα και το κτύπησε κ.λπ.). Περί τα 25 πέθαναν από τύφο το 1948, όταν «υποδέχτηκαν» τα παιδιά οι χώρες του Παραπετάσματος. Και τα υπόλοιπα από διάφορες αιτίες, όπως μολύνσεις, φυματίωσι, διάρροια κ.ο.κ.
Σχεδόν 300 παιδιά 14-16 ετών, έστειλε η καθοδήγησι του ΚΚΕ να εργασθούν στο εργοστάσιο «Ελεκτροπουτέρε» στην πόλι Κραϊόβα της Ρουμανίας. Παρεχώρησαν στα παιδιά ιδιαίτερο θάλαμο, υπνοδωμάτιο και εκεί λειτουργούσε και το σχολείο τους. Τη μισή μέρα εργαζόντουσαν στο εργοστάσιο χωρίς πληρωμή, ώσπου να συνηθίσουν στη δουλειά και την άλλη μισή τους έκαναν πολιτικά μαθήματα διά να γίνουν πρώτα καλοί «πολιτικοί» και έπειτα εργάτες-τεχνίτες. Το συσσίτιό τους, ήταν η γνώριμη απ' το σχολείο τους μερίδα πείνας. Εδώ όμως, τα παιδιά δούλευαν, ήταν και πιο μεγάλα, και είχαν την αξίωσι να φάνε τουλάχιστον λίγα δράμια παραπάνω!
Οι απελπισμένες φωνές και οι διαμαρτυρίες των παιδιών δεν συγκίνησαν κανένα. Ούτε τους Ρουμάνους -αυτοί τουλάχιστον ήταν ξένοι και δεν τους πολυσκότιζαν τέτοια πράγματα- ούτε και τις περίφημες «κομματικές» ελληνικές επιτροπές, οι οποίες ενδιαφέρονταν μόνον διά την μαρξιστική κατάρτησι των παιδιών και όχι διά τέτοια «ψιλοπράγματα» όπως η πείνα. Αλλά τα παιδιά έφθασαν σε απελπιστικό σημείο. Δεν ημπορούσαν να κάνουν βήμα απ' την αδυναμία. Είχαν γίνει φαντάσματα απ' την πείνα.
Έτσι, αφού έφθασε το μαχαίρι «στο κόκκαλο» μπήκε διά συζήτησι στη γενική συνέλευσι των Ελλήνων «προσφύγων», η κατάστασις των εργαζομένων παιδιών. Κι αποφασίσαμε όλοι μας να κάνουμε, έρανο, μεταξύ μας και να ενισχύσουμε τη μερίδα των παιδιών με λίγο ψωμί, διά να μη τα χάσουμε.
Αντιγράφω σημειώσεις απ' το ημερολόγιό μου, σχετικά με μια επίσκεψι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης παιδιών: Το καλοκαίρι του 1948 επεσκέφθηκα την Τσεχοσλοβακία. Έμαθα ότι στην πόλιν Μπουρνώ υπάρχει παιδόπολις ελληνική. Φαντάσθηκα, ότι μια και είναι μέσα σε πόλι, θα είναι μια πολύ καλή παιδόπολις. Μα όταν έφθασα εκεί, προσπαθούσα μια ώρα ολόκληρη, να ανακαλύψω σε ποιο κτίριο υπήρχαν τα παιδιά. Κάποιος μου υπέδειξε, να πάω γύρω από ένα περιφραγμένο μέρος και όπου βρω μια σιδερένια πόρτα να μπω μέσα. «Εκεί», μου λέει, «είναι τα Γκρεκόπουλα (Ελληνόπουλα)».
Βρήκα την πόρτα και μόλις την άνοιξα, στάθηκα απολιθωμένος!
Αρχιφύλακας Νικόλαος Αγγελόπουλος
Αρχιφύλακας Νικόλαος Αγγελόπουλος.
Σφαγμένος από τους κομμουνιστές
κατά τα Δεκεμβριανά του '44...
Δεν είδα κανένα κτίριο, μα κάτι παληοπαράγκες ξύλινες κάτω στο βάθος. Νόμισα ότι είναι πολύ κάτω απ' τη γη, διότι το μέρος εκείνο ήταν χαμηλότερο από τα γύρω-γύρω μέρη· έμοιαζε σα μεγάλη στέρνα και ήταν γύρω περιφραγμένο με μάντρες και συρματοπλέγματα! Με κατέλαβε μια προαίσθησι, ένα αληθινό αίσθημα, σαν εκείνο που καταλαμβάνει έναν αιχμάλωτο, όταν τον βάζουν στη φυλακή ή στο στρατόπεδο.
Πλησίασα τις παράγκες και βρήκα 2-3 Έλληνες. Ρώτησα που είναι ο παιδικός σταθμός και μου λένε με καταφανή συγκίνησι: «Μέσα στον παιδικό σταθμό είσαι, συναγωνιστή!».
Με φρίκη έμαθα ότι αυτός ο τόπος, ήταν στρατόπεδο που είχαν οι Γερμανοί διά τους αιχμαλώτους. Πλησίασα τις ξύλινες παράγκες, είδα που είχαν τα κρεββάτια, όπως οι αιχμάλωτοι (4-5 το ένα πάνω απ' το άλλο), είδα τα μαγειρεία· φαντάσθηκα ότι κάπου εκεί θα είχαν και...νεκροταφείο!
Θεέ μου, μέσα στις παράγκες αυτές, μέσα σ' αυτή την κόλασι είχαν τα παιδιά. Αυτή ήταν η παιδόπολις, διά την οποία είχα την εντύπωσι ότι θα είναι πρότυπη, μια και είναι στην ξακουσμένη πόλι Μπουρνώ! Εκεί λοιπόν τους πρώην αιχμαλώτους των Γερμανών, τους διαδέχθηκαν οι αιχμάλωτοι των Σλάβων Ελληνόπαιδες!
Με στενοχώρια και καταφανή συγκίνησι, μου διηγήθηκαν οι Έλληνες που συνήντησα (ήταν άνθρωποι του προσωπικού του σταθμού), ότι εκεί είχαν στιβάξει τα παιδιά, ότι ξέσπασε φοβερός τύφος και τα θέρισε. Και όταν είδαν οι Τσέχοι ότι υπήρχε κίνδυνος να αφανισθούν όλα τα παιδιά, τα διεσκόρπισαν σε διάφορα μέρη της Τσεχοσλοβακίας και άλλα στα νοσοκομεία.
Δύο ημέρες και δυο νύχτες γύριζα τα νοσοκομεία της πόλεως διά να διαπιστώσω σε ποια καταστασι βρίσκονται τα παιδιά. Ούτε κατώρθωσα να τα βρω όλα, διότι, έτσι όπως τα έστειλαν στα νοσοκομεία, δεν ήξεραν οι νοσοκόμες που ακριβώς είναι κάθε άρρωστο, και τι στοιχεία είχε το καθένα. Και υπήρχαν περιπτώσεις που δεν βρήκαμε τα παιδιά, διότι άλλο μετετέθη σε άλλο νοσοκομείο και άλλο...στο νεκροταφείον...
 Παιδομάζωμα: Το μεγάλο έγκλημα κατά της φυλής - Γεώργιος Μανούκας
Η Προσωρινή Κυβέρνηση ανήγγειλε ότι είχε αποφασίσει να στείλη τα παιδιά των περιοχών που κατελάμβανε στις φιλικές χώρες που θα δέχονταν να τα φιλοξενήσουν. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί, έλεγε, λόγω των κινδύνων που διέτρεχαν τα Ελληνόπουλα από τον υποσιτισμό, από τους άγριους βομβαρδισμούς της μοναρχοφασιστικής αεροπορίας, από τη λήστευση των χωριών, από τη δολοφονία του λαού στην οποία προέβαιναν οι φασίστες. Τα Ελληνόπουλα αυτά θα έμεναν στο εξωτερικό μέχρις ότου αλλάξουν οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα. Η αναγγελία συνέπιπτε με μια έξαρση της απαγωγής παιδιών ηλικίας 3 έως 14 ετών.
Οι σκηνές που έγιναν σε ορισμένα χωριά ήταν αυτόχρημα τραγικές. Μητέρες, έξαλλες από απελπισία, επετίθεντο κατά των ανταρτών. Άλλες αγκάλιαζαν τα παιδιά τους και δεν τα αποχωρίζονταν παρά όταν κτυπήματα με τον υποκόπανο τις έριχναν χάμω. Στις ευτυχέστερες περιπτώσεις -ο γράφων γνωρίζει τρεις- οι γονείς και τα παιδιά τους έφευγαν τρέχοντας πριν τους φθάσουν οι αντάρτες. Ήταν προτιμότερο να φύγουν στα βουνά και τους λόγγους εγκαταλείποντας τα πάντα...
***
Κατά τη νύκτα της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1948, επετέθησαν εναντίον της Καρδίτσης (πόλεως 20.000 περίπου κατοίκων, που με τους πρόσφυγες έφθανε τότε τις 50.000), τέσσερεις ταξιαρχίες πεζικού και ένα σύνταγμα ιππικού του ΔΣΕ. Η άμυνα των θέσεων αντιστάσεως κράτησε μέχρι τέλους, αλλά η πόλη κατελήφθη ολόκληρη την ίδια εκείνη νύκτα. Δημιουργήθηκε αναστάτωση άνευ προηγουμένου. Εφονεύθησαν 37 πολίτες, τραυματίσθηκαν 105, και 980 απήχθησαν. Μεταξύ των απαχθέντων υπήρχαν άνδρες και γυναίκες, ιατροί και δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι και έμποροι, λίγο από όλα. Εξάλλου, ο σιδηροδρομικός σταθμός, δύο αλευρόμυλοι και περί τα σαράντα σπίτια επυρπολήθησαν. Τετρακόσια πενήντα καταστήματα και το νοσοκομείο ελεηλατήθησαν. Όμηροι και λάφυρα απεστάλησαν αμέσως, χωρίς την παραμικρή αργοπορία, προς δυσμάς, στα άγρια βουνά της οροσειράς της Πίνδου.
 Φωτιά και τσεκούρι - Ευάγγελος Αβέρωφ

Δεν υπάρχουν σχόλια: