Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Κομουνιστικά εγκλήματα.

 Φασίστες
Τορτοπίδης Ηλίας αναγνωρίσθηκε από τους δικούς του, χάρις σε δύο κρεατοεληές, που ήταν στο στήθος του. Ίδια και απαράλλαχτα με τους άλλους δύο ακρωτηριασμένους, είχε σφαγεί και αυτός με ίσες περίπου μαχαιριές. Αντί να κόψουν τα νύχια του, επροτίμησαν τα γεννητικά του όργανα. Είχαν ανοίξει την κοιλιά του σαν χειρουργοί που επεδίωκαν να αφαιρέσουν απ' αυτήν κάποιον όγκο. Τα άντερά του, ήταν σκορπισμένα. Και το κεφάλι του πολτοποιημένο, με εξορυγμένο το ένα του μάτι. Γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο, ενεφάνιζε το «μεγαλείο» των ληστανταρτών που εφρόντισαν να του αφαιρέσουν ότι ρούχα φορούσε πριν εκτελεσθή.


Τον τελευταίο που πήραν ήταν ο Στέλιος Παπαδόπουλος. Πετσοκομμένο το κορμί του, γυμνωμένο το σώμα του, τα νύχια του βγαλμένα με τανάλια, χωρίς πόδια και χέρια, φανέρωνε το μαρτύριο που γνώρισε πριν ξεψυχήσει. Το κεφάλι του, πλέοντας σε μία μικρολίμνη αίματος, ήταν απηλλαγμένο από τη γλώσσα και τα αυτιά του. Δίπλα -σχεδόν κολλητά- με το πολτοποιημένο κεφάλι του, υπήρχε και ένα στρατσόχαρτο με την επιγραφή της εντροπής:Ζήτω ο ΕΛΑΣ: Η νίκη είναι δική μας. Φασίστες θα πεθάνετε όλοι σας.
 (προειδοποίηση: Περιέχει και πολύ σκληρές εικόνες).
Στις 14 Ιανουαρίου 1949 το πρωί, η τοπική ηγεσία του ΚΚΕ μαζί με τον αρχηγό της Πολιτοφυλακής παρουσιάζονται στους Βλαντάν, Μπελογιάννην και Θεοχαρόπουλον και κομπάζοντες αναφέρουν ότι αι εκκαθαριστικαί επιχειρήσεις εξελίχθησαν επιτυχώς βάσει του εκπονηθέντος σχεδίου. Οι αρχηγοί του Δημοκρατικού Στρατού τους συγχαίρουν και δίδουν εντολήν να συγκεντρωθούν τα τμήματα του κομμουνιστικού στρατού και οι αιχμάλωτοι στην ίδια ακριβώς τοποθεσία από την οποία είχαν εξορμήση οι συμμορίται για την κατάληψη της Νάουσσας.
Το πρωί της 14ης Ιανουαρίου συνεκεντρώθησαν εις τας θέσεις που είχαν εξόρμηση οι αντάρτες. Μαζί μ' αυτούς και οι εννιακόσιοι επτά όμηροι. Ανάμεσά τους ο ταγματάρχης Χρήστος Κοντώσης, ο υπομοίραρχος Λάμπρος Μιχαλόπουλος και καμμία εξήντα στρατιώτες και χωροφύλακες, οι περισσότεροι από τους οποίους τραυματισμένοι και αιμόφυρτοι είχαν συρθή στο Βέρμιο από τους δήμιούς του. Ο στρατηγός Βλαντάς, και οι ταξίαρχοι Μπελογιάννης και Θεοχαρόπουλος, δίκην θριαμβευτών, πρώτα επιθεώρησαν τα τμήματα των ΕΛΑΣιτών. Ο Βλαντάς, συνεχάρη τους λησταντάρτες για την επιτυχία τους. Εν συνεχεία, οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ πήγαν στο σημείο όπου εκρατούντο οι εννιακόσιοι επτά όμηροι. Έφτυσαν τον Κοντώση και μίλησαν απειλητικά προς τα θύματά τους. Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι ηγέται του ΚΚΕ έναντι των χωροφυλάκων και των τραυματιών. Ο Μπελογιάννης δεν δίστασε να κλωτσήση δύο τραυματίες χωροφύλακες και να σκαμπιλήση τον υπομοίραρχο Μιχαλόπουλο.
Η συγκέντρωση των ορδών του ΕΛΑΣ και των ομήρων και οι λόγοι που εξεφώνησαν οι αρχηγοί του ΚΚΕ, κράτησε κοντά δύο ώρες. Αργά δε το απόγευμα και πριν νυκτώση επηκολούθησε επιθεώρηση που έγινε στην θέση Ίσβορος στο δάσος Κανέλη της Ναούσσης. Ύστερα, με πρόσταγμα του Βλαντά οι συμμορίται και οι όμηροί των, πήραν τον δρόμο προς το Καϊμακτσαλάν μέσω Μουχαρέμ Χαν. Επειδή οι αρχηγοί των συμμοριτών διεπίστωσαν ότι εκεί ευρίσκοντο στηρίγματα του στρατού, που συνεπλάκησαν με τις πρώτες ομάδες των ΕΛΑΣιτών, έδωκαν σήμα αλλαγής πορείας προς το Μεοόβουνο της Πτολεμαΐδος. Εν συνεχεία διά του κάμπου Αμυνταίου επροχώρησαν προς τον ορεινόν όγκον του Βίτσι.

Εις τον κάμπο του Αμυνταίου, η εμπροσθοφυλακή των συμμοριτών ηναγκάσθη να δώση μάχην με τα άρματα του στρατού, με απώλειες νεκρών και περισσοτέρων τραυματιών. Επωφελούμενοι της μάχης, κατώρθωσαν να διαφύγουν εξήκοντα οκτώ εκ των ομήρων. Μαθαίνοντας οι ηγέται των ΕΛΑΣιτών για την δραπέτευση των Ναουσσαίων, εδόθη αμέσως διαταγή του Μπελογιάννη και εξετελέσθη διά τουφεκισμού ο Κοντώσης Χρήστος. Στην εκτέλεση του Κοντώση προέβησαν οι συμμορίται για να σπάση το ηθικό των απαχθέντων και επειδή είχαν υπόνοια ότι ο ηρωικός ταγματάρχης οργάνωσε και κατηύθυνε την απόδραση των 68 ατόμων. Εν συνεχεία και πάλιν με διαταγή του Μπελογιάννη εσφαγιάσθησαν κατακρεουργηθέντες αγρίως ο λοχαγός Σταματόπουλος Χρήστος και ένας χωροφύλαξ. Τον πρώτο έσφαξαν σαν κατσίκι, όπως μου διηγείτο ένας ΕΛΑΣίτης, ενώ τον άλλον εξετελέσαν διά πυροβολισμού.
Η φρικτή εκτέλεσις των δύο αξιωματικών και του χωροφύλακα, εδημιούργησαν κλίμα φοβίας και όλοι οι δεσμώται πίστευαν ότι οι σκοτωμοί θα συνεχίζοντο. Όλοι αναρωτώντουσαν ποιος θα είχε σειρά για εκτέλεση. Το κακό όμως περιορίσθηκε στα τρία αυτά θύματα, και ευθύς αμέσως εδόθη εντολή να προχωρήση η φάλαγγα. Ο κύριος όγκος των συμμοριτών έχοντας εις το μέσον τους ομήρους κατηυθύνθη από το Βίτσι εις το χωρίον Μελάς. Οι μισοί των ομήρων κρατήθηκαν εκεί, ενώ οι υπόλοιποι επροχώρησαν εις Πλατύ Πρέσπας όπου υπήρχαν τα έμπεδα των ανταρτών.
Εξαντλημένοι από τις κακουχίες και με πυορροούνται τα πόδια τους από τα κρυοπαγήματα, εκλιπαρούσαν τους συμμορίτας να τους λυπηθούν και να τους αφήσουν στα χωριά αυτά να ξεκουρασθούν και να γιατρευθούν. Με διαταγή του Θεοχαρόπουλου, συνεργείο από ιατρούς ΕΛΑΣίτες, πήγε αρχικώς εις το Πλατύ Πρέσπας και εν συνεχεία εις το χωρίον Μελάς. Επιζώντες όμηροι, μου ανέφεραν ότι η στάσις των ιατρών υπήρξεν πράγματι ανθρώπινη. Κινήθηκαν για να ανακουφίσουν τους πάσχοντας, πιστοί στον όρκο του Ιπποκράτη. Αφού ξεχωρίσουν διακόσιους που υπέστησαν κρυοπαγήματα, εφροντίσαν να εισαχθούν οι όμηροι εις τα πρόχειρα νοσοκομεία και αναρρωτήρια των χωριών Βροντερού και Μικρολίμνης. Στα αναρρωτήρια αυτά υπήρχε πλήρης οργάνωσης και επικρατούσε καθαριότης. Εβδομήντα όμηροι που είχαν κρυοπαγήματα μεγαλύτερου βαθμού και που η αποσύνθεσις των πελμάτων των ποδιών τους ήταν ολοφάνερη, μεταφέρθηκαν στην Αλβανία εισαχθέντες εις τα νοσοκομεία της Κορυτσάς, όπου παρέμειναν μέχρις πλήρους αναρρώσεώς των, πλην τριών τραυματιών που με σαπισμένο ολόκληρο το σώμα τους άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή.
Μέχρι τέλους Φεβρουαρίου του 1949, εις το έμπεδον του Πλατέος εξεπαιδεύθησαν και έκαμαν ασκήσεις μάχης οι εκ των ομήρων δυνάμενοι να φέρουν όπλα. Οι μεγαλυτέρας ηλικίας και 22 στρατιώται οδηγήθηοαν στις 2 Μαρτίου για να φέρουν ξύλα για τα τζάκια και τα μαγειρεία των ΕΛΑΣιτών, χωρίς έκτοτε να δώσουν ίχνη ζωής. Όπως έλεγαν οι παλαιοί ΕΛΑΣίται, οι γέροι φαγώθηκαν από τους λύκους της Αλβανίας, ενώ οι 22 στρατιώται πήγαν να κάμουν συντροφιά τον ταγματάρχη Κοντώση. Έτσι άφησαν να υπονοηθή ότι δεν ζούσε κανένας από τους 27 απαχθέντας.
Το κατηγορώ των νεκρών της Ναούσσης κατά του Κομμουνισμού- Δημήτριος Θεοχαρίδης
Μέχρι το τέλος του 1943, το ΕΑΜ είχε εξολοθρεύσει όλες τις εθνικές ομάδες αντίστασης στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου. Μοναδικοί εγγυητές της ασφάλειας των πολιτών από τις καταδιώξεις του ΕΑΜ, απόμειναν μόνο στις κύριες πόλεις και σε μερικές κωμοπόλεις, οι μονάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που σχηματίσθηκαν υπό την αδήριτη ανάγκη της προστασίας των πολιτών από την εγκληματική δραστηριότητα του ΕΑΜ. Θα πίστευε κανείς ότι, με την σχεδόν πλήρη τότε επικράτηση του ΕΑΜ στην ύπαιθρο, τα περιοριστικά μέτρα που είχε επιβάλει, στον λαό της υπαίθρου θα χαλάρωναν. Δυστυχώς συνέβη το αντίθετο. Την περίοδο εκείνη οι Γερμανοί είχαν συμπτυχθεί και περιορισθεί στις μεγάλες πόλεις. Οι έξοδοί τους προς την ύπαιθρο περιορίζονταν μέρα με τη μέρα. Από την άλλη πλευρά η θέση του ΕΑΜ είχε εδραιωθεί και δεν φαινόταν στον ορίζοντα καμιά απειλή για να το εκτοπίσει. Και όμως, σ' αυτήν ακριβώς την περίοδο, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως πλήθαιναν. Οι κρατούμενοι εθεωρούντο από το ΕΑΜ ως πολιτικοί του αντίπαλοι και βασανίζονταν για να καταστούν στο τέλος ρομπότ των οργανωτών του, ή σε άλλες περιπτώσεις να εκτελεστούν.
Στρατόπεδα υπήρχαν παντού. Υπολογίζεται ότι σε κάθε 10-15 χωριά αντιστοιχούσε και ένα στρατόπεδο. Καθημερινώς μέλη της ΟΠΛΑ μετέφεραν εκεί κρατουμένους από διάφορα μέρη (χωριά και πόλεις). Αθώοι κλείνονταν στα στρατόπεδα με το αιτιολογικό ότι ήταν τάχα προδότες, γερμανόφιλοι, φασίστες, αντιδραστικοί και ό,τι άλλο οι τοπικοί υπεύθυνοι σοφίζονταν. Τα στρατόπεδα αυτά κατάντησαν Γολγοθάς και τόπος μαρτυρίου για πολλές χιλιάδες αθώων Ελλήνων. Αναφέρουμε μερικά, κυρίως στην περιοχή της Αρκαδίας και γειτονικούς νομούς, όπως στην Καντήλα (Μπεντενάκι), Βάχλια, Ποστοβίτσα, Αγία Σωτήρα, Βούρβουρα, Μαυρίκι, Κούτρουφα Κυνουρίας, Νέα Επίδαυρος, Άγιος Γεώργιος (Φενεός), Χάραδρος Κυνουρίας κ.ά.
***
Την επιχείρηση εναντίον του Βαλτετσίου, στις 15 Ιουνίου 1944, ανέλαβε η 3η Ταξιαρχία της Γ' Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και συγκεκριμένα το 6ο και το 12ο Σύνταγμα. Έλαβε ακόμη μέρος και το ανεξάρτητο τάγμα Αιγιαλείας. Η συνολική δύναμη πλησίαζε τους 2.500 άνδρες. Το σχέδιο περιελάμβανε και τη μεταφορά των λαφύρων και της λείας που επρόκειτο ν' αρπάξουν από το πλιάτσικο και τη λεηλασία των βαλτετσιώτικων σπιτιών. Προς τούτο αγγάρευσαν 500 περίπου χωρικούς με τα υποζύγιά τους (κυρίως ημιόνους) από τα γύρω χωριά. Κάθε ημιονηγός θα συνοδευόταν από δύο αντάρτες. Ειδική ομάδα ανταρτών θα επέβλεπε τα είδη τροφίμων και ρουχισμού που θα φορτώνονταν στα ζώα. Έμφαση είχε δοθεί στην αρπαγή γαλακτομικών προϊόντων. Η εντολή ήταν να μαζέψουν όσο περισσότερο τυρί μπορούσαν καθώς και ρούχα και ό,τι άλλο αξιόλογο έβρισκαν. Δικαίως λοιπόν η επίθεση κατά του Βαλτετσίου χαρακτηρίστηκε και ως ληστρική επιδρομή. Άλλη ομάδα ανταρτών θα ανελάμβανε τη μεταφορά των τυχόν τραυματιών και νεκρών της μάχης. Ειδική τέλος ομάδα ανέλαβε την αποστολή να βάλει φωτιά στα σπίτια που είχε αποφασιστεί ότι έπρεπε να καούν. Η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν άφησε τίποτε στην τύχη, αλλά μελέτησε μεθοδικά όλες τις λεπτομέρειες και τους στόχους της επιχείρησης και κατέστρωσε το σχέδιο της επιθέσεως. Την όλη επιχείρηση αποφάσισε και εκτέλεσε προσωπικά ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης μαζί με το επιτελείο του...
Καμία πρόνοια δεν είχε ληφθεί για την προστασία των αμάχων, ή τουλάχιστον για τη διαφυγή τους σε περίπτωση επιδρομής των ανταρτών. Έτσι ο καθένας φρόντισε για την προστασία της οικογένειάς του και τη δική του, όπως έκρινε πρόσφορο την εφιαλτική εκείνη ώρα. Οι περισσότεροι κατέβηκαν στα κατώγια των σπιτιών τους και κρύφτηκαν στα ασφαλέστερα σημεία, αφού κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες. Μετά την εξουδετέρωση των πρώτων αντιστάσεων οι εισβολείς βεβαιώθηκαν ότι οι Βαλτετσιώτες ήταν ουσιαστικά άοπλοι. Έτσι, παράλληλα προς την επίθεση κατά των θυλάκων άμυνας, επιδόθηκαν σε συλλήψεις αμάχων, καθώς και σε λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών, όπως προέβλεπε το σχέδιο που είχαν καταστρώσει. Μανιασμένοι και με άγριες φωνές καλούσαν τους ενοίκους των σπιτιών ν' ανοίξουν τις πόρτες και να βγουν έξω. Όταν πλησίαζαν ένα σπίτι, απέφευγαν να μπούνε πρώτοι μέσα, φοβούμενοι μήπως κτυπηθούν από τυχόν ταμπουρωμένους ένοπλους.
Γι' αυτό υποχρέωναν τους χωρικούς, που είχαν προηγουμένως συλλάβει, να μπαίνουν αυτοί πρώτοι στα σπίτια ως ασπίδα για τη δική τους προστασία. Σε άλλες περιπτώσεις έβαζαν φωτιά στο ισόγειο για ν' αναγκάσουν όσους κρύβονταν μέσα να εξέλθουν, για να τους συλλάβουν στη συνέχεια. Σ' αυτήν την επιχείρηση δεν έκαναν καμία διάκριση. Όλοι ήταν εχθροί και έπρεπε να συλληφθούν και να τιμωρηθούν. Η συμπεριφορά τους ήταν βάρβαρη και σκληρή. Νέοι, ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά, γυναίκες με μωρά, αντιμετώπισαν την ίδια σκληρότητα. Τούς έβριζαν και τους ξυλοκοπούσαν για να μαρτυρήσουν που είναι οι άντρες των σπιτιών και που κρύβονταν οι...Γερμανοί(!). Στη συνέχεια τους συγκέντρωναν στον Πλάτανο και την εκκλησία. Η περιοχή αυτή δεν άργησε να γεμίσει από γυναικόπαιδα. Η εικόνα ήταν σπαρακτική. Φωνές, απειλές και ξυλοδαρμοί από το ένα μέρος. Κλάματα, διαμαρτυρίες, πανικός και βογγητά από το άλλο. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω από τις μητέρες τους τσίριζαν από τον φόβο τους...

αιχμάλωτοι
Οι αιχμάλωτοι ξεπερνούσαν τα 140 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα και μόνο 20 από αυτούς ήταν άντρες που άνηκαν στον Λόχο. Στον Πλάτανο είχαν ξεχωρίσει τους άνδρες αυτούς από τον άμαχο πληθυσμό και τους είχαν δέσει τα χέρια τους πισθάγκωνα. Από τον Πλάτανο και την εκκλησία μετέφεραν όλους τους αιχμαλώτους στα Πάνω Αλώνια, θέση όπου βρίσκεται σήμερα το νέο σχολείο του χωριού. Και εδώ η ίδια εικόνα και ακόμη χειρότερη. Η κακομεταχείριση συνεχίστηκε. Ιδιαίτερα έδερναν και απειλούσαν τους άντρες, καθώς τους ανέκριναν για να μάθουν τον ρόλο του καθενός μέσα στο χωριό...
Η καταλήστευση του χωριού δεν σταμάτησε στο προγραμματισμένο πλιάτσικο. Συμπληρώθηκε και με το ανεξέλεγκτο ατομικό πλιάτσικο, με το οποίο ο κάθε αντάρτης θέλησε να επιβραβεύσει τον εαυτό του για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία κατά του Βαλτετσίου. Έτσι ολοκληρώθηκε η καταλήστευση των σπιτιών και από τους αντάρτες με ό,τι χρήσιμο για τον εαυτό τους έβρισκαν εκεί: Χρήματα, κοσμήματα, πολύτιμα αντικείμενα, ενδύματα, υποδήματα κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις αφαίρεσαν και τα ρούχα, τα δακτυλίδια και τους σταυρούς από τους αιχμαλώτους και τους νεκρούς. Ακόμη, λεηλατήθηκε και το σχολείο και η εκκλησία. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η εισβολή στο Βαλτέτσι έμοιαζε περισσότερο με επιδρομή ληστών παρά με στρατιωτική επιχείρηση...
Η μάχη κράτησε πάνω από 3½ ώρες. Μετά την εξουδετέρωση και της τελευταίας αντίστασης των ανδρών της φρουράς του Βαλτετσίου και την ολοκλήρωση της λεηλάτησης και της πυρπόλησης των σπιτιών, οι επιδρομείς άρχισαν κατά τις 7.30' π.μ. να αποχωρούν σταδιακά, αποκομίζοντας 140 περίπου αιχμαλώτους, 400 και πλέον ζώα φορτωμένα με λάφυρα και 15.000 γιδοπρόβατα. Πίσω τους άφησαν θάνατο, ερείπια, πόνο και δάκρυα. Οι νεκροί ήταν 36 άτομα (συν 7 τραυματίες που εξέπνευσαν αργότερα).
Ο θάνατος του Μήτσου I. Ράμμου υπήρξε μαρτυρικός. Έγινε μπροστά στα μάτια του νεαρού Γιάννη Α. Σκαλτσά, ο οποίος και τον περιγράφει: Οι ΕΛΑΣίτες είχαν συλλάβει τον Μήτσο Ράμμο και βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Αντώνη Καραμάνη. Εκεί αφού τον έδειραν τον διέταξαν να μπει στο κατώι του διπλανού σπιτιού του Γιώργη Δημαράκη (Σμπαρλή), για να δει αν υπάρχουν κρυμμένοι Βαλτετσιώτες. Ο Μήτσος πήγε μέσα στο σκοτεινό υπόγειο και γύρισε λέγοντας ότι δεν είδε ανθρώπους. Την ώρα εκείνη αποπειράθηκε να δραπετεύσει αλλά αμέσως τον συνέλαβαν. Γυρνώντας το βλέμμα του ο Σκαλτσάς είδε έναν αντάρτη να κόβει τον λαιμό του Μήτσου σαν αρνί. Περιφερόμενος ο γράφων στο χωριό ευθύς μετά τη μάχη, για να μάθω για τον πατέρα μου, είδα τον λεβεντόκορμο με τα κατσαρά μαλλιά γείτονα μου Ράμμο σφαγμένο. Του είχαν κόψει το λαιμό. Το τραύμα ήταν μεγάλο και βαθύ και φαίνονταν οι αυχενικοί σπόνδυλοι. Στο ανοιχτό στόμα του οι δήμιοι είχαν τοποθετήσει το ακρωτηριασμένο μόριό του... Οι φονιάδες του είχαν αφαιρέσει τα ρούχα και τα παπούτσια και τον άφησαν μόνο με τα εσώρουχα, όπως το έκαμαν σε όλους σχεδόν τους φονευθέντες Βαλτετσιώτες. Ο φονιάς είναι γνωστός στους επιζώντες σήμερα Βαλτετσιώτες. Δεν συντρέχει λόγος ν' αναφερθεί το όνομά του. Δεν φταίνε σε τίποτα οι απόγονοί του.
Ασυνήθιστη βαρβαρότητα έδειξαν και στη Γιαννούλα, σύζυγό του Γιώργη Παπαοικονόμου. Όταν η Γιαννούλα είδε ότι επρόκειτο να κάψουν το σπίτι της, διαμαρτυρήθηκε δυναμικά και λογομάχησε με τους αντάρτες. Ένας αντάρτης είπε στη Γιαννούλα να φύγει και να πάει στην εκκλησία, που είναι απέναντι από το σπίτι της και τη συνόδευσε μέχρι τη μικρή πόρτα στη μάντρα του ναού. Εκεί, κάποιος από τους αντάρτες, επιτέθηκε στη Γιαννούλα και την κατακρεούργησε. Την είδαμε νεκρή, αυτή τη μεγαλογυναίκα κάτω από τον μικρό πλάτανο που είναι στο προαύλιο της εκκλησίας. Το μαχαίρι, της είχε κόψει τον λαιμό στο επίπεδο του μήλου του Αδάμ. Το τραύμα ήταν πλατύ και βαθύ. Στο πρόσωπο είχε μερικές αμυχές και μώλωπες, πιθανότατα από ξυλοδαρμό. Τα ρούχα στο πάνω μέρος του σώματός της ήταν ξεσκισμένα. Της είχαν αφαιρέσει και τους μαστούς της. Είναι βέβαιο ότι τη Γιαννούλα δεν την έσφαξαν τη στιγμή που οι αντάρτες μπήκαν στο σπίτι της, αλλά αργότερα, εν ψυχρώ. Ο Γιώργης ο άνδρας της, αιχμαλωτίστηκε έξω από το χωριό. Τα τρία ανήλικα παιδιά τους, Γιαννούλης 15 ετών, Μαρία 13, και Νίκος 11 ετών, τα πήραν στην αιχμαλωσία.
Από τις παντρεμένες Βαλτετσιώτισσες που κλείστηκαν στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη στον Φενεό, οι τρεις ήταν έγκυοι (η Βασίλω Γ. Στάικου, η Αγγελική Γ. Μπαμή και η Μαρίτσα Γ. Κοκκάλα). Η Βασίλω Στάικου, 34 ετών, εγέννησε εκείνες τις ήμερες στο στρατόπεδο. Όπως μας είπαν, ο ξεναγός μας και ο καλόγερος, το βρέφος έκλαιγε συνεχώς, διότι η μητέρα του από τις στερήσεις και τις κακουχίες δεν είχε αρκετό γάλα για να χορτάσει. Ενοχλημένος από το κλάμα ένας άγριος ΕΛΑΣίτης το άρπαξε από την αγκαλιά της μάνας του, λέγοντας: «Θα το ταΐσω εγώ». Μάταια η Βασίλω προσπάθησε με κλάματα ν' αντισταθεί σαν τις μάνες των πουλιών, όταν κάποιος τους παίρνει από τη φωλιά τα μικρά τους. Εκείνος το εκσφενδόνισε έξω από τη μάντρα του μοναστηριού, όπου βρήκε τον θάνατο. Κανένας δεν τόλμησε να το περισυλλέξει.
(«Βαλτέτσι 1944» - Κώστας Σαραντόπουλος)
Το δεύτερον 15νθήμερον του Αυγούστου 1942, εξετελέσθησαν διά μαχαίρας, κατ' εντολήν του Άρη, αι δύο αθώαι κόρες (12 και 13 ετών) του I. Κόρδα εκ Κοχλιών Ευρυτανίας, διά τον λόγον ότι ούτος εγκατέλειψε τον ΕΛΑΣ, εις τον οποίον είχε καταταγή δι' ολίγας ημέρας. Τα δύο αυτά αθώα πλάσματα, εσφάγησαν διά μαχαίρας από δύο αντάρτας του ΕΛΑΣ, εις τους οποίους δεν είχεν εμπιστοσύνην ο Άρης και τους οποίους ήθελε να αναμείξη εις το έγκλημα. Οι δύο αντάρτες έγιναν εκτελεστοί, παρά την θέλησίν των, της εγκληματικής και απαίσιας αυτής πράξεως, υπό την απειλήν σφαγής των διά μαχαίρας υπό δύο καπεταναίων του Άρη: «Ή θα τα σφάξετε, ή θα σφάξουμε εμείς εσάς».
(«Εθνική αντίστασις του 5/42 Σ.Ε. Ψαρρού, 1941-1944» - Ιωάννης Καΐμάρας)
Εις τας 22 Ιανουαρίου 1945 μία ομάδα ΕΛΑΣιτών του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ εκτελούσα διαταγάς της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ καθ' υπόδειξιν του Κιάμου και της παρέας του συνέλαβε εις το χωρίον Αυλότοπος Σουλίου τον φλογερό πατριώτη ιερέα (οικονόμο) Μιχαήλ Κων. Διαμάντη εφημέριο του χωρίου του εξαίρετο οικογενειάρχη και Έλληνα πατριώτη με κύρος και φήμη εις ολόκληρο την περιφέρεια του Σουλίου. Από το σχολείο όπου οδηγήθηκε για μία δήθεν ανάκριση ολονύχτια μεταφέρθηκε στο Καναλάκι.
Εκεί τον έκλεισαν στο δεσμωτήριο και κακοποίησαν ανηλεώς. Το πρωί της 24ης Ιανουαρίου 1945 οδηγήθηκε δεμένος και ξυπόλητος, διότι του αφαιρέσανε τα υποδήματα και εις το χωρίον Παλαιορόφορας (Ωροπός) Πρέβεζας περπατώντας επί 5 ώρας γυμνός και υπό φοβερό κρύο, διότι είχε χιονίσει.
Την ιδίαν νύκτα 24 προς 25 Ιανουαρίου ο παπα-Μιχάλης εκτελέστηκε. Το πτώμα του ευρέθη από τους δικούς του έπειτα από πολλές ημέρες σε ένα ξεροπήγαδο, ακέφαλο και μισοκαμμένο με βενζίνη. Ο ιατρός που το εξέτασε γνωμάτευσε ότι υπέστη, προ του θανάτου, φρικτά βασανιστήρια από μαχαίρι και όπλο και καύση του σώματος με βενζίνη.
(«Αίμα και δάκρυ» - Χαρίλαος Τσόγκας)
Θυμάμαι μια ιστορία που ένας αυτόπτης, γέρος χωρικός, μας διηγήθηκε και που είχε δέσει σφιχτά στο μυαλό μου το ύψωμα τούτο, με ένα γεγονός που αναφέρεται σε έναν άλλον αγώνα που έδωσαν οι χωροφύλακες πάνω εκεί.
Ήταν ο μόνος κάτοικος του χωριού όταν πήγαμε να εγκατασταθούμε εκεί πέρα. Έκανε μεγάλο κουράγιο, καθώς είπε, για να ανέβει μέχρι τον λόχο. Είδε, μας είπε, από μακρυά τη λάμψη που 'καναν τα σκαφευτικά, καθώς ανοίγαμε χαρακώματα, και φοβήθηκε μήπως ξεθάψουμε τους νεκρούς χωροφύλακες που βρίσκονταν θαμμένοι εκεί πάνω. Κάθησε να πάρει ανάσα και να ξαποστάσει από την ανηφόρα, και σαν ήρθε η καρδιά στη θέση της, άρχισε να διηγιέται την ιστορία, που πριν λίγους μήνες είχε γραφεί στην ίδια εκείνη θέση.
Ο γέρος μίλαγε με έξαψη για ώρα πολλή, μονολογώντας, ενώ εμείς ακούγαμε σιωπηλοί την ανατριχιαστική ιστορία. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, μα θυμάμαι καλά το νόημα που έβγαινε από τα λόγια του γέρου...
Στις 13 του Γενάρη 1948, πολυάριθμο συμμορίτικο συγκρότημα επιτέθηκε στις θέσεις ενός λόχου Εθνοφρουράς, που είχε εγκατασταθεί στο «Σκρα» και που στη δύναμή του είχε προστεθεί και ένα απόσπασμα χωροφυλακής από 28 άνδρες, ενώ κάτω στο χωριό, ένας άλλος λόχος, είχε στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη νύχτα. Ήταν κι αυτός λόχος Εθνοφρουράς που 'ρθε για ενίσχυση, μα που έκανε το λάθος να μην καταλάβει θέσεις μάχης.
Ξημερώματα δέχτηκαν την επίθεση και μέχρι τ' απόγευμα, όλα είχαν τελειώσει. Ο διοικητής σκοτώθηκε και οι περισσότεροι αξιωματικοί επίσης. Οι χωροφύλακες, με κανέναν τρόπο δεν δέχτηκαν να παραδοθούν και μέχρι το τελευταίο τους φυσίγγιο κρατούσαν το ύψωμα και σκόρπιζαν το θανατικό, σ' όποιον τολμούσε να πλησιάσει τις θέσεις τους. Στο τέλος, 15 από τους αμυνόμενους πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πέσαν στα χέρια των συμμοριτών.
Η τύχη τους υπήρξε φρικτή και ο γέρος, που μας την περιέγραψε, κόμπιαζε κάθε φορά που ήταν υποχρεωμένος να αναφέρει λεπτομέρειες. Τους εκτελέσανε κατά τον πιο φρικτό τρόπο μπροστά στα μάτια του, σπάζοντας το κρανίο τους με πέτρες ή με τον κασμά, καθώς είπε ο γέρος.
(«Διλοχία κυνηγών» - Γεώργιος Βακαλόπουλος)
Τον Δεκέμβριον του 1944, οι κομμουνισταί, δεν προέβησαν μόνον εις παντοειδείς καταστροφάς, λεηλασίας, αρπαγάς, αλλά και με αφάνταστη μανία, εστράφησαν εναντίον όλων των τάξεων του ελληνικού λαού. Επί πλέον κατέσφαξαν με αγριότητα εκλεκτούς ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, όπως την μεγάλην μας τραγωδόν Ελένη Παπαδάκη, τον καθηγητήν του Πανεπιστημίου Τ. Θεοφανόπουλον, τον υφηγητήν Ν. Ευσταθιανόν και πληθώρα άλλων εκλεκτών πολιτών. Εξετέλεσαν αναριθμήτους στρατιωτικούς και αναπήρους πολέμου, πολεμιστάς του Έπους 1940—1941. Παραλλήλως προέβησαν σε συλλήψεις και ωδήγησαν σε ομηρεία χιλιάδας πολιτών, πολλούς εκ των οποίων εξετέλεσαν εν πορεία. Μεταξύ των ομήρων εκείνων, ήτο και ο ε.α. στρατηγός Αγαμέμνων Μεταξάς, με τον γυιο του Νικόλαο 22 ετών, φοιτητή Ιατρικής. Ο μικρότερες γυιος του, εύελπις, είχε διαφύγει εις Μέσην Ανατολήν.
Κατά την πορεία, εχώρισαν τους άνδρες από τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους από τους νέους. Ύστερα από εξαντλητική πορεία ωρών, οι συμμορίτες κάπου εστάθμευσαν διά να ξεκουραστούν. Φυσικά εστάθμευσαν και οι όμηροι. Ένας βαθμοφόρος ΕΛΑΣίτης, πλησίασε τον στρατηγό Αγ. Μεταξά και με την συνήθη βάρβαρη, ανάγωγη φρασεολογία και συμπεριφορά που τους διέκρινε, τον ρώτησε:
-Κουράστηκες γέρο; . Σημειωτέον ότι ο στρατηγός ήτο μόλις 54 ετών.
-Κουράστηκα παιδί μου , απήντησε περίλυπος ο ένδοξος πολέμαρχος, κυττάζοντας ερευνητικά με την ματιά του τους ομήρους, μήπως αντικρύση το παιδί του.
Πεινάς; , τον ρώτησε πάλι ο ΕΛΑΣίτης.
Πεινάω... , ήταν η απάντησις.
Θέλεις να φας; , τον ξαναρώτησε ο συμμορίτης.
Αν σας περισσεύη τίποτε, δώστε μου , είπε ο Αγ. Μεταξάς.
Σε λίγο, έφεραν στον στρατηγό για να τον περιποιηθούν συκώτια ψημένα. Ο στρατηγός τα έφαγε. Ο ΕΛΑΣίτης τον ρώτησε:
Καλός ο μεζές, γέρο; 
 - Καλός, παιδί μου, ευχαριστώ , ήταν η απάντησις του ταλαίπωρου στρατηγού.
Τότε, δύο άλλοι συμμορίτες, σέρνοντας το νεανικό καταματωμένο πτώμα του φοιτητού υιού του το πέταξαν στα πόδια του στρατηγού λέγοντάς του με σαρκασμό:
 - Σκατόγερε, έφαγες τα συκώτια του γυιου σου... 
Και άρχισαν να γελούν χλευαστικά, τα ανθρωπόμορφα εκείνα τέρατα, διά το μέγα κατόρθωμά των... Οι αιμοσταγείς εγκληματίας αφού κατέσφαξαν τον 22 χρόνων νεαρό γυιο του αφήρεσαν τα εντόσθια του, τα έψησαν και τα προσέφερον, εις τον ανίδεο τραγικό πατέρα, να τα φάη.
Ο δύσμοιρος γονιός, στο άκουσμα των φοβερών εκείνων λόγων και στο αντίκρυσμα του αγρίως κατασφαγιασθέντος παιδιού του, σύρθηκε ως το άψυχο σώμα του, το αγκάλιασε με σπασμωδικές κινήσεις και με γοερούς θρήνους κρατώντας το σφικτά, άφησε την τελευταία του πνοή στο καταξεσχισμένο, καταματωμένο νεκρό κορμί του.
Το τραγικό αυτό περιστατικό ανέφερε ο τότε Διοικητής της 94 Σ.ΔΙ. υποστράτηγος Κωνσταντίνος Λουμάκης, εις το θερινόν θέατρον του ΚΕΕΜ Σπάρτης, στις 24 Ιουνίου 1966.
Τον Χρήστο Γραβάνη, τον εξετέλεσε το εθνοκτόνο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, δήθεν σαν αντιδραστικό. Όμως στην πραγματικότητα, ο Χρήστος Γραβάνης, λόγω των γραμματικών του γνώσεων, αν και ωργανωμένος στο ΕΑΜ και υπεύθυνος, παράλληλα, της ΕΠΟΝ Διάκου Γρεβενών, ήτο επικεφαλής της Αλληλεγγύης ως αποθηκάριος. Όμως εκτελέσθηκε από αυτούς τούτους τους κομμουνιστάς, όταν διεπίστωσε τρομερές ατασθαλίες εκ μέρους των στελεχών του ΚΚΕ, σε χρήματα και τρόφιμα, προερχόμενα από εράνους ομοϊδεατών. Διά τούτο θέλησε να συγκαλέση έκτακτη γενική συνέλευσι, με σκοπό να καταγγείλη όλα αυτά στους συγχωριανούς του, εκθέτοντας συγχρόνως και τα υπεύθυνα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος του χωρίου για τις ατασθαλίες τους. Τούτο αντελήφθησαν τα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος και απεφάσισαν να τον εξοντώσουν, διά να συγκαλύψουν τις δικές των ατασθαλίες, καταγγέλλοντάς τον δι' «ατασθαλίες του» στα εκτελεστικά όργανα του ΚΚΕ της αχτίδας Μελισσιού Γρεβενών. Με μια ανυποστήρικτη κατηγορία, μια Κυριακή του Μαΐου 1943, τον εκάλεσαν να παρευρεθή -δήθεν- σε συγκέντρωσι στελεχών του κόμματος στο Μελίσσι Γρεβενών. Ο Χρήστος Γραβάνης έφυγε προς συνάντησί τους. Όμως από την ημέρα της αναχωρήσεώς του δεν έδωσε σημεία ζωής... Μετά παρέλευσι δύο περίπου μηνών βρέθηκε από βοσκούς, το πτώμα του άμοιρου νέου κατασπαραγμένο, στην δασώδη περιοχή Μύλων Ανθρακιάς Γρεβενών... Ήταν πατέρας μιας δίχρονης κορούλας, της Γιαννούλας· η γυναίκα του Ιφιγένεια έγκυος, η οποία μετά τέσσαρες μήνες εγέννησε αγόρι το οποίον ωνόμασαν Χρήστο.
Με το φωτοστέφανο του μαρτυρίου» - Τελέσιλλα Ιωαννίδου-Λαμπέα)
Ο Γεώργιος Μαράτος, ένας καλοκάγαθος γέρος, έμενε με την κόρη του και την κόρη της κόρης του σε κάποιο οίκημα γύρω από την πλατεία της περιοχής Μεταξουργείου, κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου τον Δεκέμβρη του 1944. Στο σπίτι αυτό εστεγάζετο και μια από τις επιτροπές της επανάστασης των κομμουνιστών.
Ο Μαράτος ήταν εθνικόφρονας, και η ηλικία του -ήταν περίπου 80 χρόνων- δεν έδινε περιθώρια ούτε δράσεως, αλλά ούτε και συναισθήσεως της καταστάσεως, μέσα στην οποία ζούσε. Έτσι, συζητώντας με τους αναγκαστικά φιλοξενουμένους της κόρης του, ανέφερε τις διαφωνίες του με τον Κομμουνισμό και, ασφαλώς, και τις διαφωνίες του για την Δεκεμβριανή Επανάσταση.
Έτσι, την τελευταία ημέρα της φιλοξενίας της κομμουνιστικής επιτροπής, διαφωνών προφανώς με τους φιλοξενουμένους του, οι φιλοξενούμενοι του Μαράτου έπιασαν τον Μαράτο, την κόρη του και την έγγονή του και τους κουβάλησαν στο στρατόπεδο κρατουμένων στο Περιστέρι. Στο στρατόπεδο, δεν κράτησαν την παράδοξη αυτή παρέα και τους άφησαν ελεύθερους. Και, βέβαια, εγύρισαν στο σπίτι τους, όπου έμειναν ακόμα οι παράδοξοι φιλοξενούμενοι τους.
Οι φιλοξενούμενοι, όμως, του Μαράτου και της κόρης του, κατά την αποχώρησή τους το βράδυ, που εγκατέλειπαν την Αθήνα, πήραν μαζί τους τους φιλοξένούντας αυτούς και την κορούλα της κόρης του Μαράτου και τους εξετέλεσαν, καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά από το σπίτι, στο οποίο έμεναν αναγκαστικά οι φιλοξενούμενοι.
Και σαν υστερόγραφο αναφέρω και τούτο: Ο γιος της κόρης του Μαράτου, ευρίσκετο στο στρατόπεδο των εκτελεστών της μάνας του, της αδελφής του και του γέρου Μαράτου, πατέρα της μάνας του.
(« Η αντίσταση χωρίς πέπλα» - Διονύσης Μπενετάτος)

συνέδραμε κι αυτός στη σφαγή του παιδιού.
Γιώργος Μαραθέας, 13 ετών, από το Νέο Μοναστήρι Δομοκού. Απήχθη από τον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος ζήτησε λύτρα για την επιστροφή του. Αφού τα έλαβε, αθέτησε τον λόγο του. Το παιδί, αφού το περιέφερε άρρωστο για πολλές ημέρες στα βουνά, τελικά βρέθηκε κατακρεουργημένο, με καταμετρημένες 36 μαχαιριές στο κορμί του... Ο Βελουχιώτης, σε κατάσταση μέθης, είχε σφάξει το παιδί, για να μην αποκαλυφθεί κι ένα μυστικό: Ο μικρός Μαραθέας, είχε βιαστεί από κάποιον μαυροσκούφη του Βελουχιώτη, ονόματι «Αχιλλέα» (Τάσος Ελευθερίου), ο οποίος συνέδραμε κι αυτός στη σφαγή του παιδιού...

Ο επικτηνίατρος Μιχαλόπουλος, ήτο το μεγαλύτερον κομμουνιστικόν στέλεχος της περιφερείας Άργους, εκλεγείς και βουλευτής της περίφημου ΠΕΕΑ, αυτός δε έδιδε και τας διαταγάς συλλήψεων και ενέκρινε μαζί με τον καπετάν Γραβιάν τας δολοφονίας των εθνικιστών (κάτι θυμίζει αυτό έτσι?). Το τι διηγούνται δι' αυτούς οι μάρτυρες είνε απίστευτων. Αι ωμότητές των υπήρξαν άνευ προηγουμένου. Εξ όλων όμως αυτών, η φρικτοτέρα και ανατριχιαστικωτέρα είνε η περίπτωσις, την οποίαν διηγείται ο εξ Άργους Βασ. Δωρής...
Ούτος, συλληφθείς εις Κεφαλόβρυσον Άργους την 8ην Ιουλίου 1944 μαζί με τους αδελφούς του Σωτήριον και Νικόλαον, τον γαμβρόν του Γεώργιον Διαμαντήν και 16 άλλους, καταγομένους εκ Νεμέας και Ακράτας, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο μία γυναίκα, ονόματι Ευσταθίου, εκ Νεμέας, και ο σφυροβόλος Βαλκανιονίκης ιατρός Πετρόπουλος, ωδηγήθη εις το στρατόπεδον Αγίου Γεωργίου Χελμού. Εκεί, ο στρατοπεδάρχης τους ανέγνωσε διαταγήν φέρουσαν τας υπογραφάς του καπετάν Γραβιά, του επικτηνιάτρου Γ. Μιχαλοπούλου, του Νικ. Μαρούση και του Ιωάν. Παπά, διά της οποίας εγνωστοποιείτο εις την διοίκησιν του στρατοπέδου ότι κατηγορούντο ως αντιδραστικοί και ότι έπρεπε να εκτελεσθούν.
Ο στρατοπεδάρχης τους υπέβαλεν εις τυπικήν ανάκρισιν και κατόπιν διέταξε και τους έκλεισαν εις το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, όπου ευρίσκοντο και άλλοι κρατούμενοι. Εις τας 3 μετά το μεσονύκτιον εξύπνησαν τους 20 αυτούς καθώς και την γυναίκα και τους κατέβασαν εις το υπόγειον του μοναστηρίου. Από εκεί έπειτα εκάλουν ονομαστικώς έναν—έναν και μόλις ανήρχοντο επάνω, τους έδεναν οπισθάγκωνα. Ενώ εγίνετο αυτό, ένας αγροφύλαξ, από τα Καλύβια της Στυμφαλίας, εστέκετο όρθιος εις την είσοδον κρατών προτεταμένον αυτόματον.
δολοφονίας των εθνικιστών
Αφού τους έδεσαν όλους, τους υπεχρέωσαν να προχωρήσουν προς το βουνό, λέγοντες εις αυτούς ότι θα τους επήγαιναν εις την ταξιαρχίαν των δι' ανάκρισιν και κατόπιν θα τους απέλυον. Οι συνοδοί των ήσαν 7 τον αριθμόν, εκ των οποίων οι δύο έφερον αυτόματα, οι δε λοιποί πιστόλια και εξ αυτών οι δυο τεράστια μαχαίρια. Επροχώρουν προς τα έλατα του Χελμού. Καθ' οδόν ο μάρτυς, ο οποίος ήτο ο 18ος εις την σειράν, κατώρθωσε να λυθή. Όταν τους έκαμαν στάσιν, αυτός εκρύπτετο, διότι εφοβείτο ότι θα τους εξετέλουν με ριπήν πολυβόλου. Εις την τρίτην στάσιν, τον αντελήφθησαν ότι είχε λυθή και τον έδεσαν πάλιν. Εις την τετάρτην στάσιν έβαλαν την συνοδείαν να καθίση εις ένα βουναλάκι, το οποίον ήτο πυκνοφυτευμένον από το πίσω μέρος από έλατα, ώστε οι αποτελούντες ταύτην να μη βλέπουν τίποτε εξ όσων έμελλον να διαδραματιστούν.
Αφού ετακτοποιήθη η συνοδεία κατά τον τρόπον, που τους υπέδειξαν οι συνοδοί των, οι δυο εξ αυτών, που έφεραν τα μαχαίρια, παρέλαβον και ένα αυτόματον και κατέβηκαν προς την χαράδραν, η οποία ήτο ακριβώς κάτω από το βουναλάκι. Οι υπόλοιποι πέντε έλαβαν θέσεις τριγύρω από την συνοδείαν με προτεταμένα τα όπλα των. Το μέρος ήτο άγριον και η φρίκη του θανάτου επλανάτο παντού. Σμήνη από κοράκια επέτων επάνω απ' την χαράδραν και ολόκληρος ο τόπος ήτο γεμάτος από μύγες πτωμάτων. Ήρχισαν όλοι να φοβούνται και ένας εξ αυτών ηρώτησεν έναν φρουρόν: «Γιατί, βρε παιδιά, θα μας σκοτώσετε; Τί κάναμε;». Εκείνος δε του απήντησε: «Μη φοβάστε τίποτε, παιδιά. Εδώ είναι κοντζάμου καταυλισμός κι ολόκληρη ταξιαρχία. Μόνον θα σας ανακρίνουν και αναλόγως θα δικασθήτε με φυλάκισι».
Εν τω μεταξύ, δύο εκ των πέντε φρουρών, επήραν δύο από τους κρατουμένους και τους κατέβασαν εις την χαράδραν. Έπειτα από ολίγον επέστρεψαν και επήραν άλλους δυο και ούτω καθ' εξής. Επήραν 14, μεταξύ των οποίων και την γυναίκα και μετ' ολίγον θα ήρχετο και η σειρά του μάρτυρος. Αυτός εν τω μεταξύ προσεπάθει να λυθή και το είχε μισοκαταφέρει. Σε λίγο είχε κατορθώσει να λυθή εντελώς και κρύβοντας τα χέρια του κάτω από ένα μακρύ αμπέχωνο της αεροπορίας, που εφόρει, είπεν εις τον αδελφόν του Σωτήριον, ότι ελύθη και θα έφευγε και ότι αν ημπορούσε και αυτός, ας ελύετο και να τον ακολουθήσει. Εκείνος όμως του απήντησεν ότι δεν ημπορούσε διότι τον είχαν σφικτά δεμένον. Ο γαμβρός του, ο οποίος εκάθητο πίσω απ' αυτόν, τον συνεβούλευσε να μην επιχείρηση να φύγη, διότι θα ήταν χειρότερα, αλλ' εκείνος είχε πάρει την απόφασίν του και του απήντησεν: «Εγώ θα προσπαθήσω κι αν με σκοτώσουν, με σκότωσαν. Προτιμότερη η σφαίρα από το μαχαίρι».
Έπειτα από ολίγον, ήλθε και η σειρά αυτού και του αδελφού του Σωτήρη. Τους επλησίασεν ο ένας συνοδός, ενώ ο άλλος έμενεν ακουμπισμένος πιο πέρα, επάνω σ' ένα έλατο, με το πιστόλι εις το χέρι. Όταν επλησίασαν προς τον τελευταίον, τόσον αυτός, όσον και ο άλλος, τους έβαλαν τα πιστόλια των εις τους κροτάφους και εις διαμαρτυρίαν των τους εκτύπησαν μ' ένα αγριόξυλον εις την πλάτην, τους ύβρισαν τα θεία και τους είπαν να προχωρήσουν.
Κατεβαίνοντας προς την χαράδραν, όπου είχεν ανοιχθή ένα πρόχειρον μονοπάτι, είδον καθώς επροχώρουν τους δυο δημίους καπνίζοντας με τα μαχαίρια εις τα χέρια των. Ο ένας εξ αυτών ελέγετο Θύμιος και κατήγετο από το Κριεκούκι, ήτο δε ξανθός και κοντός, ηλικίας 28 ετών περίπου. Όταν οι δυο δήμιοι τους είδαν, εγέλασαν. Παραπλεύρως των ήσαν δύο κεφάλια ανθρώπινα, γεμάτα αίματα και πιο πέρα άλλα.
Ο αδελφός του μάρτυρος, ο οποίος προηγείτο δεμένος οπισθάγκωνα, μόλις αντίκρυσε το θέαμα των κομμένων κεφαλιών, παρέλυσε και άρχισε να τρικλίζη, ψελλίζοντας άναρθρους λέξεις. Ένας όμως εκ των συνοδών τον έσυρε προς τους δημίους. Την ιδίαν ώραν ο μάρτυς, μη γνωρίζων τι κάμνει, ηρώτησε τον δεύτερον εκ των συνοδών του, τι έκαναν και τους σκοτώνουν, εκείνος δε βλασφημών τα θεία του είπε: «Τράβα μπρος, κερατά...». Αυτοστιγμεί, ο μάρτυς, του τράβηξε μίαν αιφνιδίαν γροθιάν εις το πρόσωπον και έξαλλος το έβαλεν εις τα πόδια. Ήτο μεγάλη η κατωφέρεια, γεμάτη από έλατα και σχεδόν ερρίφθη εις το κενόν.
Φεύγων, ήκουσεν όπισθέν του ένα μούγκρισμα -την τελευταίαν φωνήν του σφαζομένου αδελφού του- και ταυτοχρόνως πιστολιές και ριπάς πολυβόλου. Κάποιος μάλιστα ηκούσθη να λέγη: «Μας έφυγεν αυτός. Ασ' τον, ένας λιγώτερος...».
Κατά την πτώσιν του εις το βάθος της χαράδρας έσπασε το αριστερόν του χέρι, αλλ' αυτό δεν τον ημπόδισε να διασωθή και μετά επταήμερον νυκτερινήν κατά το πλείστον πορείαν έφθασεν εις Άργος.

στρατιώτης Ιωάννης Σκουλικάρης
Ο στρατιώτης Ιωάννης Σκουλικάρης από την Κρήτη, υπηρετούσε την θητεία του, ότανσυνελήφθη από άντρες του καπετάν Γιώτη (Χαρίλαος Φλωράκης), την 1η Ιουλίου 1949. Τα«παλικάρια» του καπετάν Γιώτη, αφού τον μαχαίρωσαν σε διάφορα σημεία του σώματός του και του έκοψαν τη μύτη και τ' αφτιά, προσπάθησαν να τον αποκεφαλίσουν. Επειδή ο Σκουλικάρης λιποθύμησε, οι δήμιοι του τον νόμισαν για νεκρό και δεν αποτελείωσαν την προσπάθειά τους. Όταν συνήλθε, με περιπετειώδη τρόπο, έφτασε στην τοποθεσία Μεταλλεία Δομοκού, όπου και τον περισυνέλεξε ο Εθνικός ΣτρατόςΤα σημάδια που άφησαν πάνω του οι κομμουνιστές, είναι κάτι παραπάνω από εμφανή και μοιάζει απίστευτο το ότι κατάφερε να επιζήσει μετά απ' όλα αυτά..

Εντός της Λαμίας και εις το γραφείον του εφονεύθη με χειροβομβίδα ο ανθυπομοίραρχος Γκίκας, επειδή ήτο εθνικόφρων.
Εντός της Λαμίας και του γραφείου του, έξωθι της Νομαρχίας και εν πλήρει μεσημβρία, εφονεύθη από δυο ΕΠΟΝίτας ο ταγματάρχης του ΕΔΕΣ Ιω. Βλαχάκης, επειδή ηρνήθη να ακολουθήση τα δυο έκφυλα μειράκια, τα οποία ηξίωσαν να εξέλθη της πόλεως και συναντήση κάποιον άπλυτον και φθειραλέον καπετάνιον.
Παρά την Λαμίαν, εις απόστασιν δυο ωρών ανατολικώς, ευρίσκεται το χωρίον Λοιμογάρδι, εις το οποίον εγίνοντο αι εκτελέσεις των εθνικιστών. Πρέπει να προστεθή, ότι ο ΕΛΑΣίτης Γεωργίου, εξετέλεσεν εις το Λοιμογάρδι δυο αδελφάς του, έναν αδελφόν του και τον πατέρα του, επειδή δήθεν συνεπάθουν τους Γερμανούς. Βραδύτερον δε, το έκτρωμα αυτό του Άδου, έκαμε διασκέδασιν πολυδάπανον μετ' άλλων καθαρμάτων, επειδή εξηφάνισε την οικογένειάν του! Ποτέ εις την ζωήν των αγρίων λαών δεν ανέγνωσα τοιαύτην ανατριχιαστικήν πώρωσιν!
Την 13ην Αυγούστου του 1944 συνέλαβον τον εθνικιστήν Παπαδόπουλον εκ Ζευγαρακίου ετών 45 και πατέρα 4 ανηλίκων τέκνων, με την πρόφασιν ότι δήθεν εζήτησεν όπλον από τους Γερμανούς διά να κτυπήση τον «ηρωικόν» ΕΛΑΣ, και τον οδήγησαν εις την αυλήν της Ι. Μονής Κατερινούς σιδηροδέσμιον.
Εκεί, διά βοής, οι ΕΠΟΝίται και ΕΠΟΝίτισσαι τον κατεδίκασαν εις θάνατον, και ήρχισαν να τον λιθοβολούν. Ημιθανής ο ατυχής κατέφυγεν εις το ιερόν του ναού, ίνα ξεψυχήση εκεί· Αλλ' ώρμησαν αι ΕΠΟΝίτισσαι και τον έσυραν έξω, ίνα συνεχίσουν τον λιθοβολισμόν. Αλλ' ο διοικητής της Ε.Π. της περιφερείας Γαβαλούς, Αν. Βενέτης, υπάλληλος του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τον εξετέλεσε διά του περιστρόφου του, θέσας τέρμα εις τα μαρτύριά του. Το πτώμα εσπάραζεν ακόμη και η συναγωνίστρια Ντούλα Τσιτσέλη, σπουδάστρια Παιδαγ. Ακαδημίας Πατρών, διέταξε τας ΕΠΟΝίτισσας και έστησαν πέριξ του σφαδάζοντος, χορόν, τον οποίον αυτή έσυρε πρώτη...
Αμυδράν ιδέαν των φρικωδών εγκλημάτων σχηματίζει ο αναγνώστης και από την κάτωθι επιστολήν δημοσιευθείσαν εις την «Δράσιν» του Αγρινίου:
Αγαπητή μου «Δράσις»
Δώσε μου και εμένα λίγο από τον πολύτιμο χώρο σου για να αφηγηθώ το τι έπαθα και είδα όταν έπεσα στα νύχια αυτών των κακούργων του ΕΛΑΣ, τα οποία αποτελούν την απάντησίν μου εις τα παράπονα των «συναγωνιστών» γιατί βαράω.
Στα καλά καθούμενα πέρυσι, μόλις αποθέρισα, κόπιασαν στο σπήτι μου οι αιώνιοι κράχτες και με την γνωστήν εκείνην άτιμον πρόφασιν, «Πάμε Γιάννη μια στιγμούλα απάνω στον καπετάνιο για μια ανακρισούλα», με απήγαγον. Με πήγαν ύστερα κάπου σε μια χαμοκέλα και με απομόνωσαν χωρίς, όχι φαΐ και ψωμί, αλλά ούτε νερό. Ακολούθως με ωδήγησαν στην Κομποτή και με έκλεισαν σε ένα μουχλιασμένο υπόγειο, κατάλληλο μόνο για γουρούνια. Εκεί, έρχεται σε λίγο ο απαίσιος κακούργος Ροβιεσπιέρος, ο οποίος μου λέγει τρίζοντας τα δόντια: «Γκόλια θα πεθάνης μανιάτικα αν δεν μας παραδώσης τα 5 όπλα και τις οκτώ χειροβομβίδες που έχεις κρυμμένα». Εις άρνησίν μου και διαμαρτυρίαν μου ότι δεν έχω τίποτα απ' αυτά, με μούρλανε στο ξύλο.
Μετά τρεις δε ημέρας με έβγαλαν από το υπόγειο και με έστειλαν στα διάφορα στρατόπεδα Μπαμπαλιού και Γιαννοπούλου, έναν μήνα με 25 δράμια ψωμί ημερησίως και τίποτε άλλο· ύστερα με έβγαλαν καλά και σώνει, με έφτιασαν δε φούρναρη. Μια μέρα όμως για κακή μου τύχη το ψωμί κάηκε στον φούρνο· το κάψιμο εθεωρήθη υπό των «απελευθερωτών» γενόμενο επίτηδες και εχαρακτηρίσθη ως σαμποτάζ.
Με αρπάζουν τότε, με βάζουν στο φάλαγγα και με βάραγαν με την ψυχήν των οι βασανιστές Δημ. Χειμάρας ή καπετάν Λεβέντης και Βασίλ. Σγούρας. Μετά ταύτα με οδηγούν στο Κεράσοβο του Καρπενησιού, μου χαρακώνουν τα πέλματα των ποδιών μου με ξυράφι και με καυτηριάζουν με λάδι καφτό. Αφού με βασάνισαν αρκετά στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Καρπενησιού, μου δίνουν ένα φάιροπ στο Παληόκαστρο της Λαμίας. Σε τούτο το στρατόπεδο βλέπω τον Χάρο με τα μάτια μου.
Μπροστά στα μάτια μου και όλων των κρατουμένων φέρνουν οι τύραννοι μια κοπέλλα κρατούμενη εξ Αθηνών, αρχίζουν να την βρίζουν και να την προπηλακίζουν, Ένας δε την αποκαλεί «πουτάνα». Η κοπέλλα πολύ ηθική, κλαίει και διαμαρτύρεται λέγοντας στον υβριστήν της ότι η αδελφή του είναι πουτάνα. Αμέσως τότε, το ανθρωπόμορφο αυτό κτήνος, βγάζει το μαχαίρι του και κόβει με σαδισμό πρωτοφανή τον αριστερό μαστό της άμοιρης κοπέλλας, η οποία πέφτει χαμαί σφαδάζουσα και σε μισή ώρα ξεψυχάει.
Να γιατί βαράω και θα βαράω...
Μετά τιμής
Γιάννης Γκόλιας
σ

Δεν υπάρχουν σχόλια: