Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Η αποτυχία της διαπραγμάτευσης και οι προτεραιότητες για βιώσιμη ανάπτυξη

Η Νέα Δημοκρατία, εδώ και μήνες, συστηματικά και υπεύθυνα, υποστήριζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

Ολοκλήρωση που θα έπρεπε να συνοδευτεί από την εκταμίευση ολόκληρης της δόσης και από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Τι επέτυχε τελικά η ελληνική κυβέρνηση σε αυτά τα 4 πεδία;

1) Εξαιτίας της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο λογαριασμός βάρυνε πολύ.
Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν κατά 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με τις εκτιμήσεις του περυσινού Αυγούστου και ανήλθαν συνολικά στα 9 δισ. ευρώ (3,6 δισ. τον Αύγουστο του 2015 και 5,4 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2016).

Πολλά «κρυφά» προαπαιτούμενα και ένα συμπληρωματικό μνημόνιο προστέθηκαν.
Ενας νέος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής υιοθετήθηκε, μόνιμος, αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος, αυτόματος, αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο, και οριζόντιος, αφού δεν εξαιρεί μισθούς και συντάξεις.

Νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις επιβλήθηκαν, όπως είναι το Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο της περιουσίας της χώρας, διάρκειας ζωής ενός αιώνα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και με ανύπαρκτη κοινοβουλευτική λογοδοσία.

«Κόκκινα» και «πράσινα» δάνεια, χωρίς εξαιρέσεις και χρονικούς περιορισμούς, ακόμη και με αύξηση επιτοκίου για τα ενήμερα επιχειρηματικά, μπορούν πλέον να μεταβιβαστούν σε ξένα funds. 

Με όλα αυτά μόνο η σημερινή κυβέρνηση θα μπορούσε να πανηγυρίζει. Η οποία πρόθυμα, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, υποχωρεί στα πάντα, αρκεί να κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο στην εξουσία.

2) Επιβλήθηκαν νέοι και πρόσθετοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, ως απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.
Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό και η οποία δεν θα έχει, τελικά, και τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ηδη, εδώ και τρία τρίμηνα, η ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει στην ύφεση στην οποία και παραμένει. Ενώ έχει εξαντληθεί, προ πολλού, και η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, όπως αποδεικνύει και η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους κατά περίπου 4 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους. Χωρίς ακόμη οι πολίτες να έχουν βιώσει το «τσουνάμι» των νέων φόρων που ξεκίνησε, σταδιακά, να υλοποιείται.

3) Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση θα εκταμιευτεί τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου. Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση, που θα συνοδεύσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, υπολείπεται κατά 50% του ποσού που είχε προγραμματιστεί να πάρει μέχρι σήμερα η χώρα μας. Συγκεκριμένα, ανέρχεται στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι 15,1 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός του τρίτου μνημονίου [5,7 δισ. ευρώ (Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2015) + 4,9 δισ. ευρώ (1ο τρίμηνο 2016) + 4,5 δισ. ευρώ (2ο τρίμηνο 2016)].

Και μάλιστα από αυτά ένα μικρό κομμάτι, μόλις 1,8 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές οι οποίες στο μεταξύ έχουν εκτοξευτεί στα 6,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 75% από τις αρχές του 2015! 

4) Η όποια ρύθμιση για το δημόσιο χρέος παραμένει ασαφής, τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μετατίθεται για το μέλλον και συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Και φυσικά δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος / ΑΕΠ. Και αυτό γιατί το κείμενο του ESM που συζητήθηκε στο προηγούμενο Eurogroup προέβλεπε, μετά τις προτεινόμενες παρεμβάσεις για το χρέος, ότι θα διαμορφωθεί στο 142% του ΑΕΠ (!!!) το 2022, από 120% που ήταν η πρόβλεψη του δεύτερου μνημονίου.
Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν είναι ικανοποιητικό για τη χώρα. Τουλάχιστον ας δούμε, από εδώ και μπρος, τι πρέπει να γίνει ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. 

Κατά την άποψή μου, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, βασικές προτεραιότητες είναι:

1) Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. 

2) Η τάχιστη αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Δυστυχώς, η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

3) Η αλλαγή του μείγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να γίνει όταν υπάρχει κυβερνητική αξιοπιστία και επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, όπως αποδείχτηκε το 2014. Τότε κερδίσαμε «βαθμούς ελευθερίας» και προχωρήσαμε στις πρώτες στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κ.ά.). Σήμερα όλα αυτά αυξήθηκαν!!!

Μπορεί όμως να γίνει και με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, από την πλευρά των δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια περιστολής, δεν είναι μεγάλα, είναι όμως εντοπισμένα.
Και φυσικά μπορεί να γίνει με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

4) Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στους θεσμούς, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

5) Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους κυβερνητικούς χειρισμούς των τελευταίων μηνών. Οι εταίροι θα πρέπει να αναλάβουν πιο «επιθετικές» πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τους δείκτες χρέος / ΑΕΠ και ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες / ΑΕΠ. Οπως έγινε και κατά το παρελθόν, με τη διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του προφίλ του χρέους.

6) Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και, στο σκέλος του παθητικού, η επιστροφή μέρους των καταθέσεων και η επαναφορά του waiver στα ελληνικά ομόλογα, το οποίο βέβαια είχε αρθεί το 2015.

7) Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου δυστυχώς η Ελλάδα καταγράφεται ως η μεγάλη απούσα περίπου 18 μήνες μετά τη δρομολόγησή του. 

Αλλά και με έναν αναπτυξιακό νόμο, σε αντίθεση με αυτόν που έχει κατατεθεί, σοβαρό, γενναιόδωρο για τις επενδύσεις, εμπροσθοβαρή, μη γραφειοκρατικό, με μικρότερους χρόνους αναμονής και διαφανή.

 8) Η ενίσχυση των πολιτικής απασχόλησης και η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός, σε εθνική κλίμακα, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.


9) Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί τον Μάρτιο του 2016 και να είχε συνδεθεί με τις προβλέψεις του αναπτυξιακού νόμου. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.
Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές, στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της Δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα βοηθήσουν στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων και στην επίτευξη ρεαλιστικών στόχων για την οικονομία, όπως αυτοί που τέθηκαν από τον πρόεδρο της Ν.Δ. Κυριάκο Μητσοτάκη, για ονομαστική ανάπτυξη 4% και μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 2% του ΑΕΠ. Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία. Και η παρούσα κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.


* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων - βουλευτής Ν.Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: