Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015


18/10/15

Μια Αριστερά που να κάνει τη δουλειά


Ε​​ίναι η τέλεια ειρωνεία και νέμεση της Ιστορίας: η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, θα φέρει τη σφραγίδα της πιο αντιδραστικής και αντιμεταρρυθμιστικής (μετά το ΚΚΕ) κοινοβουλευτικής παράταξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση (και στην προηγούμενη ζωή των στελεχών του ως βαθύ ΠΑΣΟΚ) δεν άφησε πελατειακό κεκτημένο που να μην υπερασπιστεί και μεταρρύθμιση που να μην πολεμήσει.

Ερχεται η στιγμή που η μακρά άσκηση στην άρνηση της πραγματικότητας και τον ισοπεδωτικό μαξιμαλισμό επιστρέφει ως κυβερνητική αμηχανία. Δεν είναι ευχάριστο θέαμα να βλέπεις τα στελέχη της κυβέρνησης να υπερασπίζονται τις αλλαγές που με τόση αμετροέπεια συνήθιζαν να καταγγέλλουν, όσο κι αν η πολιτική ενηλικίωση είναι πάντα ευπρόσδεκτη, όσο κι αν η όψιμη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προσδίδει ευρύτερη νομιμοποίηση στις πολιτικές που κρατούν την Ελλάδα στο ευρώ. Η οσμή του πολιτικού κυνισμού παραμένει δυσάρεστα διαπεραστική.
Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ενδεικτικό της Αριστεράς: το πρόγραμμά της παραμένει ασύμβατο όχι μόνο με το ευρώ αλλά με την ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα. Πριν από λίγες μέρες, ο Αντόνιο Κόστα, ηγέτης των Σοσιαλιστών που ήρθαν δεύτεροι στις πορτογαλικές εκλογές, διερεύνησε τη δυνατότητα κυβερνητικού συνασπισμού της (κεντρο)αριστεράς. Ζήτησε από τα δύο αριστερά κόμματα (το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Αριστερό Μπλοκ) να προτείνουν ποσοτικοποιημένα, επί του προϋπολογισμού, ακριβή μέτρα με τα οποία σκοπεύουν να «τερματίσουν τη λιτότητα», στο δεδομένο υπό το ευρώ δημοσιονομικό πλαίσιο.
Και τα δύο αριστερά κόμματα απέφυγαν να απαντήσουν, εκδήλωσαν μόνο διάθεση να στηρίξουν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση αρκεί να σηματοδοτεί «το τέλος της λιτότητας». Μια ακόμη Αριστερά σε απόσταση αναπνοής από την εξουσία και ανίκανη να μεταφράσει τα συνθήματα σε συγκεκριμένο ρεαλιστικό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Ετσι κι εδώ. Ο κόσμος κοιτούσε καρφωμένος να δει εάν η εδώ Αριστερά μπορεί να δώσει μια πραγματικά διαφορετική απάντηση από κείνη της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή να προσαρμόζεται στους οικονομικούς περιορισμούς επιδιώκοντας ανάσες προοδευτικής αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια δεν είναι σοσιαλδημοκρατία: οι λενινιστικές καταβολές, η περιφρόνηση στους αστικούς θεσμούς και στη ρεφορμιστική κουλτούρα του συμβιβασμού, οι εκλεκτικές παρά φύσιν συγγένειες με την εθνικολαϊκιστική δεξιά... Στο ιδανικό σενάριο, ο καλύτερος δυνατός ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να δώσει τίποτα παραπάνω από μια εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά απέχουμε πάρα πολύ από το σενάριο αυτό.
Η αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στη διπλή αφροσύνη (δεν μιλώ καν για το ολέθριο δημοψήφισμα): εκβίασε να ανέβει στην εξουσία σε ένα έτος με 22 δισ. δανειακές ανάγκες, όταν η κρίσιμη πρόκληση της χώρας δεν είναι η αναδιανομή αλλά η παραγωγή επιχειρηματικού πλούτου, η δημιουργία προϊόντος, που θα μπορεί να δημιουργήσει πολλές εκατοντάδες χιλιάδες δουλειές. Αυτά είναι και τα όρια της Αριστεράς στην κοινωνία της κρίσης, που έχει εξανεμίσει τη ρευστότητα και τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων: ελάχιστος πια πλούτος έχει απομείνει προς αναδιανομή, τα μεσαία στρώματα παλεύουν με τη φτωχοποίηση, το πραγματικά πλουσιότερο 1% μπορεί απλώς να εγκαταλείψει τη χώρα. Η πραγματική πρόκληση είναι η συνολική αναπτυξιακή επανεκκίνηση μέσω του ιδιωτικού τομέα – αλλά η Αριστερά αυτή είναι πολύ πρόχειρη για να τη σχεδιάσει και ακόμα ανεπαρκέστερη για να την υλοποιήσει. Είναι πολύ πρόχειρη ακόμα και για να καταπολεμήσει τη διαφθορά – γι’ αυτό κι οι έλεγχοι στη λίστα Λαγκάρντ το 2015 ήταν οι λιγότεροι.
Ετσι, κύριο εργαλείο κοινωνικής ενσωμάτωσης που απέμεινε στον ΣΥΡΙΖΑ είναι η ρητορική του λαϊκισμού. Λαϊκισμός και ηθικολογία, το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα». Που όμως είναι απλώς μια πολιτική παρένδυση, καθώς δεν συνδέεται με κάποιον υπέρτερο ηθικό κώδικα (το αστικό κράτος δικαίου παρέχει ασφαλέστερες εγγυήσεις ηθικής συμπεριφοράς από την προσαρμόσιμη στη σκοπιμότητα λενινιστική ηθική) αλλά είναι απλώς απόρροια του γεγονότος ότι αυτή η Αριστερά, ποτέ στο παρελθόν δεν κυβέρνησε. Αρκούν λίγοι μήνες επαφής με την εξουσία για να εξαερωθεί κι αυτό.
Απομένει το μεγάλο προσωπικό όπλο του Α. Τσίπρα: η ρητορική του «σε κοιτώ στα μάτια και σου λέω ότι απέτυχα, αλλά τουλάχιστον προσπάθησα σκληρά, και δεν είμαι σαν τους άλλους, δεν είμαι έμπειρος, ικανός, εξαιρετικός, είμαι ακριβώς σαν εσένα». Αυτή η ρητορική της «ειλικρίνειας» και της συμπάθειας τις εκλογές τις κέρδισε, αλλά μακροπρόθεσμα έχει κοντά ποδάρια.
Τελικά, η μοίρα αυτής της Αριστεράς είναι να ανακαλύπτει ξανά για πρώτη φορά τον πραγματικό κόσμο που είκοσι χρόνια πριν ανακάλυψε ήδη η σοσιαλδημοκρατία. Ασυγχώρητο (ή απλώς υποκριτικό) για μαρξιστές που ήρθαν υποτίθεται διαβασμένοι για τους δομικούς περιορισμούς του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Τελευταία ευκαιρία του κ. Τσίπρα είναι να επενδύσει στη διακυβέρνηση, να επιτύχει στη διαχείριση, στην υλοποίηση του προγράμματος και των δεσμεύσεων της χώρας. Ο περιβάλλων κόσμος της διεθνοποίησης, των κυρίαρχων αγορών, της αλληλεξάρτησης θα παραμένει ούτως ή άλλως εχθρικός για την Αριστερά. Εφόσον είχε την ατυχία να ανέλθει στην εξουσία, έχει μια δυνατότητα, στο όνομα της Αριστεράς: Να αποδείξει ότι και σε αυτόν τον αντίξοο κόσμο, η Αριστερά μπορεί τουλάχιστον να κάνει τη δουλειά.
* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: