Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

21/4/16

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΑΡΣΕΝΗΣ (1931-2016): ΕΝΑΣ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟΣ ΚΡΑΤΙΣΤΗΣ

" Δεν μπορείτε να καταλάβετε την έννοια της κοινωνικοποίησης! "

Δεν παύει να με εντυπωσιάζει ο ελληνικής κοπής εύκολος και άκριτος συναισθηματισμός. Αποκαλύπτεται, ιδιαίτερα, σε περιπτώσεις θανάτου προβεβλημένων δημοσίων προσώπων: όταν δεν επικρατεί η αμήχανη ευγένεια, κυριαρχεί η έκφραση συναισθημάτων λύπης, τα οποία συνοδεύουν την αγιογραφική περιγραφή του εκλιπόντος. Τείνει να απουσιάζει η στοχαστική αποτίμηση. Κι όμως, στο μέτρο που το ιδιωτικό και το δημόσιο διαπλέκονται εμβληματικά στο βίο ενός ανθρώπου, ο θάνατος ενός δημοσίου προσώπου είναι, πολιτικά μιλώντας, κυρίως ευκαιρία για μια στοχαστική αποτίμηση.

Ο Γεράσιμος Αρσένης (ΓΑ) υπήρξε ο πιο επιδραστικός υπουργός του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ – Υπουργός Εθνικής Οικονομίας (1982-85). Δεν του δόθηκε τυχαία τα προσωνύμιο «τσάρος». 
Επί των ημερών του κρατικοποιήθηκαν επιχειρήσεις, δόθηκαν αλόγιστες αυξήσεις μισθών, δαιμονοποιήθηκε ο ιδιωτικός τομέας. 

Η κρατικοποίηση/«κοινωνικοποίηση» ως οικονομική πολιτική συνοδεύτηκε με θεσμούς δήθεν «συμμετοχής» των εργαζομένων στη διοίκηση των ΔΕΚΟ, οι οποίοι γρήγορα εκφυλίστηκαν σε θεσμούς ελέγχου των ΔΕΚΟ από την κομματική ολιγαρχία. 
Η κρατικοποίηση του συνδικαλισμού και η συν-διοίκηση των ΔΕΚΟ από τους συνδικαλιστές άρχισαν δυναμικά να εμφανίζονται (και να αποκτούν την απαραίτητη ιδεολογική νομιμοποίηση) επί θητείας Αρσένη. Δίχως τις πολιτικές του δεν θα υπήρχαν οι Πολυζωγόπουλοι, οι Φωτόπουλοι και οι Κολλάδες αργότερα. 
Όταν σημαντικά οικονομικά μεγέθη επιδεινώθηκαν, ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε, το 1985, να κάνει τη μεγάλη στροφή στη λιτότητα (με τον Κ. Σημίτη να διαδέχεται τον Γ. Αρσένη) , επιδιώκοντας τη «σταθεροποίηση» της οικονομίας – την αλόγιστη επέκταση ακολούθησαν οι περικοπές. Η θεσμική ζημιά, βέβαια, είχε ήδη γίνει, και η «σταθεροποίηση», έτσι κι αλλιώς, δεν κράτησε πολύ - ακολούθησε το «Τσοβόλα δώστα όλα».
Ο ΓΑ ήταν ο κύριος εκφραστής της οπισθοδρομικής μεσογειακής αριστεράς, με έντονα «αντιιμπεριαλιστικές» και φιλο-τριτοκοσμικές αναφορές. Τα κλασικά «αριστερά» συνθήματα για «αναδιανομή», «συμμετοχική δημοκρατία», κλπ κατέστησαν βολικά δόγματα για την εμπέδωση του κομματικού εξουσιαστικού μηχανισμού, σε μια χώρα που, χωρίς να παράγει, οι φιλολαϊκοί «αριστεροί» ήθελαν κυρίως να ανα-διανέμει. 
Ο κρατισμός του συνοδεύτηκε με το απαραίτητο μετα-μαρξιστικό αναισθητικό – τον εθνολαϊκισμό. Εκφραστής του δήθεν πατριωτικού ΠΑΣΟΚ, ο αμερικανοτραφής ΓΑ ουδέποτε είδε με καλό μάτι το προτζεκ της ενωμένης Ευρώπης, αντιτάχθηκε στην είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ, και προώθησε καταπραϋντικές κενολογίες, όπως ο «ενιαίος αμυντικός χώρος» Ελλάδας-Κύπρου. Λόγια του αέρα, ιδεοληπτικά δόγματα, για να μην αντικρύσουμε την πραγματικότητα – τις δομές υπανάπτυξης που καθηλώνουν τη χώρα, ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μην είναι μια «κανονική» ευρωπαϊκή χώρα.
Όταν διαφώνησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο ΓΑ αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ κι έκανε δικό του κόμμα. Απέτυχε παταγωδώς. Για να διασώσει την πολιτική του σταδιοδρομία επανήλθε καιροσκοπικά στο ΠΑΣΟΚ, και διεκδίκησε ακόμη και την ηγεσία του κόμματος. Στο τελευταίο βιβλίο του «Γιατί δεν Έκατσα Καλά» (Gutenberg, 2015), μια ενδιαφέρουσα αν και φλύαρη καταγραφή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που αποπειράθηκε το 1998, αναφέρει πώς προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Τσοχατζόπουλο για να συμπήξουν μέτωπο κατά του Σημίτη στις εκλογές για τη διαδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1996. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι, όπως αναφέρει στο βιβλίο, θεωρούσε τον Τσοχατζόπουλο μέρος του «αριστερού» ΠΑΣΟΚ! «Αριστερά» ήταν τότε, όπως και τώρα, η αλιμούρα, οι διορισμοί των κολλητών, η ιδιοτελής χρήση του κράτους, ο έλεγχος των θεσμών, και, γιατί όχι, η αρπαχτή, όταν αυτό είναι εφικτό.
Ως Υπουργός Παιδείας του Σημίτη (1996-2000) υπήρξε αντιφατικός. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε ήταν εμπνευσμένη και στιβαρή, αλλά αποσύρθηκε μετά από πολλές αντιδράσεις. Η κατάργηση της επετηρίδας στους διορισμούς των εκπαιδευτικών ήταν δικό του έργο και πρέπει να του πιστωθεί. Διαιωνίζοντας την παράδοση του πολιτικαντισμού, δημιούργησε πανεπιστήμια σε διάφορες επαρχιακές πόλεις, για ψηφοθηρικούς λόγους.
Ως Υπουργός Άμυνας (1993-1996) συντήρησε την ακατάσχετη ρουσφετολογία στο στράτευμα, την κομματοκρατία στη διοίκηση βιομηχανικών μονάδων του Στρατού (και τα τεράστια ελλείμματα που αυτές παρήγαγαν), ενώ είχε την ευκαιρία να θέσει τις βάσεις για μια αξιόλογη αμυντική βιομηχανία. Αλλά, βέβαια, με κολλητούς κομματανθρώπους τύπου Κοκκινοβασίλη σε θέσεις CEO, ούτε περίπτερο δεν μπορείς να στήσεις, όχι να διοικήσεις την ΠΥΡΚΑΛ ή την ΕΒΟ. Αυτά (και άλλα) πληρώνουμε σήμερα.
Αντιτάχθηκε σε όλες τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτή του Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό, οι μετοχοποιήσεις των ΔΕΚΟ, το δημοσιονομικό εξορθολογισμό που θεωρούσε «νεοφιλελεύθερο», κλπ. Γι αυτόν, το κομματικό κράτος ήταν εργαλείο κοινωνικού μετασχηματισμού. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που ο κ. Τσίπρας τον εκθειάζει σε νεκρολογική δήλωσή του ως «σπουδαίο πολιτικό και διανοούμενο που […] σημάδεψε το σοσιαλιστικό κίνημα». Αν θαυμάζεις τον Τσάβες, είναι λογικό να νοιώθεις εκλεκτική συγγένεια με τον Αρσένη.
Τον συνάντησα μια φορά σε εκδήλωση του ALBA, πριν από δέκα χρόνια, και με εντυπωσίασε. Καθίσαμε απέναντι στο δείπνο και συζητήσαμε αρκετά. Ήταν εξαιρετικά συγκροτημένος, διαυγής, και κοσμοπολίτης. Είχε περιορισμένη επαφή με τα σύγχρονη σοσιαλιστική σκέψη, ενώ ο αμερικανικός λιμπεραλισμός φαίνεται ότι τον άγγιξε λίγο. Πολιτικά έμεινε καθηλωμένος στις δεκαετίες ’60-70. Μας περιέγραψε πώς υπονομεύτηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμισή του από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, πώς η ψηφοθηρία και ο λαϊκισμός επικράτησαν της ορθολογικής αλλαγής. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνταχθεί αργότερα με τον τότε κατ’ εξοχήν πολέμιο της μεταρρύθμισής του, τον κ. Τσίπρα.
Αν η Ελλάδα χρεοκόπησε, αυτό οφείλεται στο ότι κυβερνήθηκε (και) από πολιτικούς σαν τον ΓΑ – ανθρώπους ικανούς και μορφωμένους, οι οποίοι την κυβέρνησαν αφρόνως, συντηρώντας και διευρύνοντας τις δομές υπανάπτυξης που εκ γενετής ταλανίζουν το ελλαδικό κράτος. Οι ευθύνες του είναι ακόμη μεγαλύτερες αν αναλογισθεί κανείς τις σημαντικές ικανότητές του. Ο Αρσένης δεν ήταν Ακης, Κουλούρης ή Κατσιφάρας. Η περίπτωσή του επιβεβαιώνει τη διαίσθηση ότι για να προσφέρει κανείς στα κοινά δεν αρκεί η ευφυΐα του ή τα προσόντα του αλλά, πρωτίστως, ο χαρακτήρας του, το πάθος του για το κοινό καλό, η αίσθηση πραγματικότητας, και, όταν αυτό απαιτείται, η «αντιλογία προς τον Δήμο».
Πολλοί υπουργεύουν, λίγοι κυβερνούν καλά, ελάχιστοι επιβιώνουν στην ιστορική μνήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: